Wednesday, 1 February 2017

London Calling | Michelangelo & Sebastiano

Sebastiano del Piombo, Pietà, c. 1512-16.
Museo Civico Viterbo © Comune di Viterbo
Wednesday, February 1, 2017 - This spring the National Gallery presents the first ever exhibition devoted to the creative partnership between Michelangelo (1475–1564) and Sebastiano del Piombo (1485–1547), featuring exceptional loans, some of which have not left their collections for centuries. Michelangelo & Sebastiano explores the complementary talents, yet divergent personalities, of the two artists. It encompasses approximately seventy works – paintings, drawings, sculptures and letters – produced by Michelangelo and Sebastiano before, during and after their association. Examples of their extensive, intimate correspondence offer us a unique insight into their personal and professional lives; their concerns, frustrations and moments of glory.  In 1511, Sebastiano, a young, exceptionally talented Venetian painter, arrived in Rome. He was quickly embroiled in the city’s fiercely competitive art scene. He met Michelangelo, who was working on the Sistine Chapel ceiling, and the two quickly became friends and allies against the prodigious Raphael; another recent arrival whose star was rising with the most influential patrons in Rome. As the only oil painter in the city to rival Raphael, Sebastiano was an ideal collaborator for Michelangelo, who did not care for the medium but wanted to marginalize his younger competitor. For his part, Sebastiano profited immensely from Michelangelo’s drawings and conceptual ideas. Together they created several works of great originality and rare beauty. Their friendship lasted over twenty-five years, far beyond Michelangelo’s long-term relocation to his native Florence (1516) and Raphael’s death (1520). It ended acrimoniously after Michelangelo’s permanent return to Rome to paint the 'Last Judgement' in the Sistine Chapel, apparently with an argument over painting technique. Their partnership unfolded during a remarkably dramatic time for Italy – one of revolution, war and theological schism, but also of great intellectual energy and artistic innovation.

A key loan to the exhibition is the 'Lamentation over the Dead Christ', also known as the Viterbo 'Pietà' (about 1512–16) after the central Italian town where it resides. This painting is Michelangelo and Sebastiano’s first collaboration and eloquently represents their combined vision. Rarely seen outside of Italy, it is also the first large-scale nocturnal landscape in history, iconographically original for its separation of Christ from his mother’s lap.

In its time, the Viterbo 'Pietà' was received with widespread praise, and on its merits Sebastiano garnered his next two major commissions, both of which were completed with Michelangelo’s input – the decoration of the Borgherini Chapel in S. Pietro in Montorio, Rome (1516–24) and The Raising of Lazarus (1517–19). The latter was painted in competition with Raphael’s great 'Transfiguration' (now Vatican Museums) for the Cathedral of Narbonne, France, from which it was removed in the 18th century. 'The Raising of Lazarus' eventually became part of the foundational group of paintings forming the National Gallery Collection in 1824, where it was given the very first inventory number, NG1.

Recent scientific research conducted at the National Gallery has provided new insights into the two artists’ respective work on 'The Raising of Lazarus'. Infrared reflectography has revealed Sebastiano’s contribution to be more substantial and independent of Michelangelo’s influence than previously assumed. It is now understood that Michelangelo only intervened at a relatively advanced stage in the painting’s development, revising in drawings the figure of the revived Lazarus, which Sebastiano had already painted.

Among other exhibition highlights is 'The Risen Christ' by Michelangelo, a larger-than-life-size marble statue carved by Michelangelo in 1514–15, generously lent by the Church of S. Vincenzo Martire, Bassano Romano (Italy). 'The Risen Christ' will be shown with a 19th-century plaster cast after Michelangelo’s second version of the same subject (1528–21), which resides in – and never leaves – the S. Maria sopra Minerva, Rome. Never attempted before, this juxtaposition presents visitors with the first ever opportunity to see these statues side by side.

Sebastiano’s 'Visitation' from the Louvre, Paris, and the 'Lamentation over the Dead Christ' from the State Hermitage Museum, St Petersburg, will also leave their collections for the first time to travel to Trafalgar Square. The latter will be united with Sebastiano’s 'Christ’s Descent into Limbo' (1516) from the Museo del Prado, Madrid, and Francisco Ribalta’s 17th-century copy of Sebastiano’s lost 'Christ Appearing to the Apostles'. The three paintings will be presented in their original triptych format for the first time since they were separated in 1646.

To evoke the experience of seeing the works in situ, groundbreaking technology will be used to present a spectacular three-dimensional reproduction of the Borgherini Chapel in S. Pietro in Montorio, Rome. Using the most advanced digital imaging and reconstruction techniques, the National Gallery will bring the chapel to London for an immersive experience of the structure much as it was created.

Opening hours

Location: North Galleries
Press view: 14 March 2017 (10.30am – 1.30pm)
Open to public: 15 March 2017
Daily 10am–6pm (last admission 5pm)
Fridays 10am–9pm (last admission 8.15pm)

Booking tickets
For advance tickets to Michelangelo & Sebastiano please book online or call 0800 912 6958 (booking fee). You can also book tickets by post and in person from the Gallery. Overseas customers can contact us by dialling +44 020 7126 5573.

Admission
Full price: £18
Seniors/Concessions/Disabled visitors (carers FREE): £14
Jobseekers/Students/Art Pass holders/12–18s: £7
Under-12s (ticket required): FREE
MEMBERS GO FREE

EDITO | Ο ρόλος και η επίδραση του Εικαστικού Επιμελητή

Ο γράφων, ως επιμελητής της έκθεσης
του ζωγράφου Μιχάλη Τσίνογλου
στην Myrό Gallery, τον Οκτώβριο του 2016,
στην διάρκεια του στησίματος,
φωτογραφημένος από τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
©Φωτογραφία: Μιχάλης Τσίνογλου,
All rights reserved, 2016.

Ο ρόλος του Επιμελητή και της εικαστικής επιμέλειας έχει παραμείνει σε ένα καθεστώς θολής αιώρησης στο κενό στην Ελλάδα σήμερα, με αποτέλεσμα πολλά να λέγονται, λίγα να γράφονται και σε πολλές ασυμφωνίες να οδηγούν. Συνεπώς σε αυτό το άρθρο θεωρώ άστοχο να ασχοληθώ με το τι είναι και τι δεν είναι Επιμέλεια -όπως άλλωστε θα ήταν εξίσου άστοχο να ασχοληθεί κάποιος με το τι είναι και τι δεν είναι Τέχνη. Θα ασχοληθώ με το τι μπορεί να κάνει ο Επιμελητής σήμερα και τι μπορεί να περιμένει καθένας από αυτόν στην Ελλάδα· διότι η αποτελεσματικότητα κάθε επαγγελματικής ενασχόλησης, δεν είναι διάφορη από τις δυνατότητες του ευρύτερου χώρου της  Τέχνης και την ωρίμανση του χρόνου που λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα.

Ορισμένως, ο ρόλος της Επιμέλειας είναι να φροντίζει για μια ορθή πρόσληψη του συνόλου του εννοιολογικού περιεχομένου μιας έκθεσης αδιαχώριστα μαζί με τις αισθητικές επιλογές και τα επιδραστικά στοιχεία που επιλέγει για τα έργα του ο καλλιτέχνης απευθυνόμενος στο κοινό του, ειδικό ή/και γενικό. Ο  ρόλος της Επιμέλειας μιας σειράς έργων περιλαμβάνει την Έκθεση και Τεκμηρίωση τους με στόχο την καλύτερη πρόσληψη τους από το γενικότερο, και όχι μόνο το στενοκέφαλα εννοούμενο σαν  “φιλότεχνο” κοινό. Σε αυτό το σημείο ο ρόλος του Επιμελητή είναι καίριος, καθώς ουσιαστικά χτίζει γέφυρες και εισάγει στην ουσία του έργου του καλλιτέχνη και των έργων που αποτελούν την Έκθεση τους θεατές του με το Επιμελητικό Κείμενο. Πέραν του Επιμελητικού Κειμένου,  σημαντική θεωρείται η Επιλογή Έργων που θα εκτεθούν και η Χωροθεσία των έργων Τέχνης στον δεδομένο χώρο της έκθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις το ύφος ή/και το περιεχόμενο έργων που έχουν παραχθεί την ίδια χρονική περίοδο δεν εντάσσονται αρμονικά σε μια σειρά έργων που δημιουργήθηκε την ίδια περίοδο, συνεπώς η έκθεση τους τείνει να αποπροσανατολίζει ή να αντιτίθεται στο “σώμα” της σειράς, οπότε η συνέκθεση με τα υπόλοιπα έργα κρίνεται από την Επιμελητή ότι θα συμβάλλει αρνητικά στην πρόσληψη των έργων του καλλιτέχνη· τότε τα συγκεκριμένα έργα αποβάλλονται από την ύλη της έκθεσης. Ακολουθεί η Χωροθεσία των έργων τέχνης. Στον αντίποδα, ο καλλιτέχνης βρίσκεται συχνά σε μειονεκτική θέση ως προς την χωροθέτηση της έκθεσης του για ψυχολογικούς λόγους που σχετίζονται με αυτό που ξέρει για τα έργα έναντι της πρόσληψης τους από έναν λιγότερο διαμεσολαβημένο θεατή. Επιπρόσθετα θεωρείται σημαντικό αφενός να περιοριστεί η “συνομιλία” των έργων με δομικά στοιχεία του χώρου, αφετέρου η παρουσίαση τους να είναι ισορροπημένη, και, συχνά, να εκφέρεται αρμονικά ως προς  την θέαση του.


Διαβάστε την συνέχεια ΕΔΩ