Tuesday, 24 May 2016

Ingo Dünnebier "Crossing Borders" στην Ζήνα Αθανασιάδου

Τρίτη 24 Μαΐου 2016 - Διαρκεί στην γκαλερί της Ζήνας Αθανασιάδου στην Θεσσαλονίκη η ατομική έκθεση του Ingo Dünnebier με τίτλο "Crossing Borders". Με αφορμή τις πρόσφατες εξελίξεις στα σύνορα της Ελλάδας και της Ευρώπης, παρουσιάζει παράλληλα δυο φωτογραφικές ενότητες οι οποίες προέκυψαν σε διαφορετικές περιόδους. Η σειρά “Silent Waters”, μια διαδοχή εικόνων με διαλογιστικό χαρακτήρα προέκυψε το φθινόπωρο του 2015. Οι λήψεις έγιναν στο βόρειο Αιγαίο την περίοδο των μεγάλων προσφυγικών εισροών όταν οι ίδιοι πάλευαν σ’ αυτά τα νερά για τη ζωή τους. Εξάλλου, το νερό είναι το στοιχείο που συνδέει τη Μυτιλήνη με την Κω, αλλά και με τη Μάλτα και τη Λαμπεντούζα, θέτοντας ένα τοπικό φαινόμενο σε ένα μεγαλύτερο πλαίσιο. Η προγενέστερη σειρά “Fire Crossing Border” καταγράφει τη δραματική πορεία μιας πυρκαγιάς μεγάλης έκτασης στο απομονωμένο Εθνικό Πάρκο των Πρεσπών. H διασυνοριακή εξάπλωση της φωτιάς μέσα στη γαλήνη της προστατευόμενης περιοχής αποτελεί, πέρα από τις καταστροφικές  συνέπειες, την αφορμή αλλά και την αναπόφευκτη ανάγκη επικοινωνίας των γειτονικών χωρών. Η φωτιά αυτή, με μια συμβολική ανάγνωση, αγνοεί ή ακυρώνει τα σύνορα ξεσκεπάζοντας τα ως τεχνητά κατασκευάσματα και εκθέτοντάς τα ως θεωρητικά μοντέλα.



Σε αντίθεση με την ποιητική διάσταση των μεμονωμένων φωτογραφιών, η έκθεση, ως σύνολο, οδηγεί προς μια πιο σύνθετη κατεύθυνση. Μπροστά στις φωτογραφίες ίσως κανείς αισθανθεί την ανάγκη επαναπροσδιορισμού του εγώ του. Ίσως ‘απλά’ να συνειδητοποιεί εκ νέου την ελευθερία της σκέψης και των αισθήσεων με φόντο κάποιες υπερτιμημένες ιδέες και μία ψευδο-παγκοσμιοποιημένη αντίληψη του κόσμου. Ίσως, τελικά, αισθάνεται κανείς απλά τυχερός που μπορεί να απολαμβάνει τις εικόνες αυτές χωρίς να περπατάει μες στις λάσπες.

Ο Ingo Dünnebier γεννήθηκε στην Ιένα και μεγάλωσε στο Κάσσελ της Γερμανίας. Σπούδασε φωτογραφία και οπτικοακουστικά μέσα στο Πανεπιστήμιο Εφαρμοσμένων Επιστημών της Κολωνίας. Το 1987 μεταφέρεται στη Θεσσαλονίκη. Δουλεύει πάνω σε φωτογραφικές διαδικασίες χωρίς φωτογραφική μηχανή, ως επί το πλείστον αποτυπώματα, φωτογράμματα και χημειογράμματα. Από το 1994 μέχρι σήμερα καταγράφει καταστάσεις της καθημερινότητας και το σύγχρονο τοπίο, παράγοντας παράλληλα θεματικές αυτοτελείς σειρές. Το 2002 εργάζεται σε projects στη Νέα Υόρκη. Έχει κάνει ατομικές εκθέσεις στην Θεσσαλονίκη και συμμετείχε σε πολλές ομαδικές στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες. Ενδεικτικά αναφέρονται: ‘Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη’, ατομική έκθεση στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, 2013, ‘Samkura - Μια Περιπλάνηση’, Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης, Θεσσαλονίκη (2012) και An Gailearaí, Gweedore (2013) και Eu House, Dublin, Ιρλανδία (2014), ‘Contemplation’, στο πλαίσιο της Biennale Φωτογραφίας Θεσσαλονίκη (2010), ‘Polymer - Blisters’, στο πλαίσιο της 19ης Φωτογραφικής Συγκυρίας, Θεσσαλονίκη (2007), ‘Ματιές στην Πόλη’, Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης (2005), ‘Transphotometafores’, περιοδεύουσα έκθεση σε Ελλάδα, Γαλλία, Ισπανία (2000-2004). Συμμετείχε σε διάφορα προγράμματα artist-in-residence. Έργα του βρίσκονται στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και σε ιδιωτικές συλλογές.

Την έκθεση θα προλογίσει η ιστορικός τέχνης–μουσειολόγος, Μαρίνα Αθανασιάδου.

Διάρκεια έκθεσης έως τις 4 Ιουνίου 2016.

Ώρες λειτουργίας: Δευτ, Τετ, Σαβ: 10.30-2 Τρ, Πεμ, Παρ: 10.30-2 & 5.30-9
Ζήνα Αθανασιάδου Gallery, Π.Π.Γερμανού 5, 546 22 Θεσσαλονίκη
τ: 2310 275 985 φ: 2310 233 093
εmail: artgalleryz-a@the.forthnet.gr, www.zinaathanassiadou.com

EDITO | Ο ρόλος και η επίδραση του Εικαστικού Επιμελητή

Ο γράφων, ως επιμελητής της έκθεσης
του ζωγράφου Μιχάλη Τσίνογλου
στην Myrό Gallery, τον Οκτώβριο του 2016,
στην διάρκεια του στησίματος,
φωτογραφημένος από τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
©Φωτογραφία: Μιχάλης Τσίνογλου,
All rights reserved, 2016.

Ο ρόλος του Επιμελητή και της εικαστικής επιμέλειας έχει παραμείνει σε ένα καθεστώς θολής αιώρησης στο κενό στην Ελλάδα σήμερα, με αποτέλεσμα πολλά να λέγονται, λίγα να γράφονται και σε πολλές ασυμφωνίες να οδηγούν. Συνεπώς σε αυτό το άρθρο θεωρώ άστοχο να ασχοληθώ με το τι είναι και τι δεν είναι Επιμέλεια -όπως άλλωστε θα ήταν εξίσου άστοχο να ασχοληθεί κάποιος με το τι είναι και τι δεν είναι Τέχνη. Θα ασχοληθώ με το τι μπορεί να κάνει ο Επιμελητής σήμερα και τι μπορεί να περιμένει καθένας από αυτόν στην Ελλάδα· διότι η αποτελεσματικότητα κάθε επαγγελματικής ενασχόλησης, δεν είναι διάφορη από τις δυνατότητες του ευρύτερου χώρου της  Τέχνης και την ωρίμανση του χρόνου που λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα.

Ορισμένως, ο ρόλος της Επιμέλειας είναι να φροντίζει για μια ορθή πρόσληψη του συνόλου του εννοιολογικού περιεχομένου μιας έκθεσης αδιαχώριστα μαζί με τις αισθητικές επιλογές και τα επιδραστικά στοιχεία που επιλέγει για τα έργα του ο καλλιτέχνης απευθυνόμενος στο κοινό του, ειδικό ή/και γενικό. Ο  ρόλος της Επιμέλειας μιας σειράς έργων περιλαμβάνει την Έκθεση και Τεκμηρίωση τους με στόχο την καλύτερη πρόσληψη τους από το γενικότερο, και όχι μόνο το στενοκέφαλα εννοούμενο σαν  “φιλότεχνο” κοινό. Σε αυτό το σημείο ο ρόλος του Επιμελητή είναι καίριος, καθώς ουσιαστικά χτίζει γέφυρες και εισάγει στην ουσία του έργου του καλλιτέχνη και των έργων που αποτελούν την Έκθεση τους θεατές του με το Επιμελητικό Κείμενο. Πέραν του Επιμελητικού Κειμένου,  σημαντική θεωρείται η Επιλογή Έργων που θα εκτεθούν και η Χωροθεσία των έργων Τέχνης στον δεδομένο χώρο της έκθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις το ύφος ή/και το περιεχόμενο έργων που έχουν παραχθεί την ίδια χρονική περίοδο δεν εντάσσονται αρμονικά σε μια σειρά έργων που δημιουργήθηκε την ίδια περίοδο, συνεπώς η έκθεση τους τείνει να αποπροσανατολίζει ή να αντιτίθεται στο “σώμα” της σειράς, οπότε η συνέκθεση με τα υπόλοιπα έργα κρίνεται από την Επιμελητή ότι θα συμβάλλει αρνητικά στην πρόσληψη των έργων του καλλιτέχνη· τότε τα συγκεκριμένα έργα αποβάλλονται από την ύλη της έκθεσης. Ακολουθεί η Χωροθεσία των έργων τέχνης. Στον αντίποδα, ο καλλιτέχνης βρίσκεται συχνά σε μειονεκτική θέση ως προς την χωροθέτηση της έκθεσης του για ψυχολογικούς λόγους που σχετίζονται με αυτό που ξέρει για τα έργα έναντι της πρόσληψης τους από έναν λιγότερο διαμεσολαβημένο θεατή. Επιπρόσθετα θεωρείται σημαντικό αφενός να περιοριστεί η “συνομιλία” των έργων με δομικά στοιχεία του χώρου, αφετέρου η παρουσίαση τους να είναι ισορροπημένη, και, συχνά, να εκφέρεται αρμονικά ως προς  την θέαση του.


Διαβάστε την συνέχεια ΕΔΩ