Sunday, 6 September 2015

EDITO | Σεπτέμβριος 2015 :: People love your work until they have to pay for it

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015 - Κατά καιρούς κατακλύζει τα Social Media, σε διάφορες μορφές, η δημοφιλής φράση εκτόνωσης συναισθημάτων απορίας, οργής, απογοήτευσης και, ενίοτε, απόγνωσης των εικαστικών καλλιτεχνών και του σχετικού κύκλου. Τις τελευταίες εβομάδες ανακυκλώνεται και σχετικό "sticker", που, αν και στα αγγλικά σημαίνει "αυτοκόλλητο" στην περίπτωση των Social Media σημαίνει μία φωτογραφία επικολλημένη σε μία ανάρτηση, η οποία, με κείμενο ή.και εικόνα, μεταδίδει το μήνυμα της με σαφήνεια, ενώ οι χρήστες του Μέσου  που επιλέγουν να την "μοιραστούν" (δηλαδή να την μεταδώσουν με την σειρά τους) με αυτό τον τρόπο δηλώνουν την ταύτιση της άποψης τους.

Το "People love you work until they have to pay for it" (=οι άνθρωποι αγαπούν την δουλειά σου μέχρι να χρειαστεί να πληρώσουν γι' αυτή) εισπράττεται πραγματικά από τους καλλιτέχνες σήμερα. Δικαίως μεν, λανθασμένα δε. Η δουλειά του καλλιτέχνη που αγαπά κάποιος φιλότεχνος είναι σαφώς το εικαστικό του έργο. Είναι όμως αυτό το ζητούμενο; Ορισμένως, είναι ζητούμενο ο φιλότεχνος να πληρώνει για την αγορά ενός εικαστικού έργου για να δικαιούται να εκδηλώνει τον ενθουσιασμό και την ευαρέσκεια του; Μήπως σε διαφορετική περίπτωση ο φιλότεχνος είναι πολύ λιγότερο φιλότεχνος και ίσως λίγο υποκριτής προς τον καλλιτέχνη αλλά, και, αν μη τι άλλο, προδότης των ίδιων των αρχών του αν δεν στηρίζει -εν προκειμένω, οικονομικά- ό,τι πιστεύει πως είναι σωστό, δίκαιο, εύστοχο, οξυδερκές, όμορφο, ενδιαφέρον, κλπ.;

Το εικαστικό έργο του καλλιτέχνη είναι αδιακρίτως η εικαστική παραγωγή του εν λόγω καλλιτέχνη που νοηματοδοτείται από τον ίδιον ως τέτοια, ελέυθερα κατά το δυνατόν και με εν δυνάμει αποχή από αλλοτριώσεις, κοινωνικές συμβάσεις και εμπορικές δεσμεύσεις. Σε όποιο είδος τέχνης, διακριτό ύφος, τεχνική ή άλλο διαχωρισμό και κατηγοριοποίηση αν εντάσσεται το έργο του καλλιτέχνη, διέρχεται (κατά την γνώμη του γράφοντος) τρία στάδια: ΠΡΩΤΟ, αυτό της ελεύθερης δημιουργίας με καθαρά πειραματικό χαρακτήρα. Αν δε, η ο επιθετικός προσδιορισμός "ελεύθερης" σας φαίνεται λίγο περίεργος, δεδομένου ότι συμφωνήσαμε πως  ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι ολοκληρωτικά ελεύθερος παραπάνω, θα σας επισημάνω ότι αυτή η ελευθερία στην οποία αναφέρομαι είναι η ελευθερία από μια ή περισσότερες εγκαθιδρυμένες φόρμες, ακόμα και από τον ίδιον τον καλλιτέχνη. ΔΕΥΤΕΡΟ, την ανάπτυξη σειρών έργων ή έργων με κοινά φορμαλιστικά ή/και άλλα υλικά/τεχνικά χαρακτηριστικά. ΤΡΙΤΟ, την εγκαθίδρυση μιας "μανιέρας", ενός τρόπου αποτύπωσης/δημιουργίας με αυτά τα κοινά χαρακτηριστικά ως την προσωρινή ή μονιμότερη ιδιαίτερη "γραφή" του καλλιτέχνη. Αυτό το τρίτο μέρος επιδέχεται περεταίρω σχολιασμού, καθώς είναι αυτό που συνήθως παράγει με ελαφρές αλλαγές, τα έργα που ο καλλιτέχνης που αναπτύσσει και εμπορική απεύθυνση θα διαθέσει ευκολότερα σε τρίτους. Αυτό το το μέρος της καλλιτεχνικής δημιουργήσει θα επαναδημιουργηθεί τόσες φορές όσες ο καλλιτέχνης να αισθανθεί ότι έδωσε ό,τι είχε να δώσει και να πάει παρπακάτω. Κάποτε - κάποτε θα μείνει προσκολημένος σ' αυτό για μέρες ή μήνες, κάποτε για όλη του την ζωή.

Κατά τις τρέχουσες θεωρίες ο καλλιτέχνης οφείλει να μην είναι "εμπορικός", δηλαδή να μην μεριμνεί πρώτα και κύρια για την εμπορευσιμότητα του έργου του, κατά το δυνατόν ελεύθερος από δεσμούς που συνιστούν δεσμά (κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά, θρησκευτικά ή άλλα), να παραμένει   "...ένα ον κοινωνικά απροσδιόριστο που απορρίπτει οποιαδήποτε κατάσταση, που έχει αποκόψει κάθε δεσμό με οποιαδήποτε καταγωγή, επιλέγοντας απλώς να αφοσιωθεί στην τέχνη του. Αυτή η αποχή του καλλιτέχνη απο κάποια σαφή κοινωνική πρακτική, η απροσδιοριστία που επιλέγεται ως τρόπος ζωής και αντιμετωπίζεται ως πεπρωμένο, αποτελεί την φαντασιακή αντιστροφή της αδυναμίας για μια πραγματικά επιτυχή σταδιοδρομία, απόρροια των μεταλλάξεων τις οποίες υφίσταται η αγορά της τέχνης αυτή την περίοδο. Η καταφυγή σε αυτή την απροσδιοριστία προβάλλεται ακριβώς επειδή η καλλιτεχνική δραστηριότητα πρέπει να εμφανίζεται στην αστική κοινωνία ως απότοκος της απόλυτης αυτονομίας του καλλιτέχνη, που βρίσκει στον ευατό του τον λόγο ύπαρξης του το λόγο ύπαρξης του, και όχι  στο σύνολο των σχέσεων που συγκροτεί, κατά την ορολογία του Bourdieu, στο 'πεδίο' των κοινωνικών αντιθέσεων. Υπό αυτές τις συνθήκες εφαρμόζεται στο πεδίο της τέχνης κάθε είδους στρατηγική η οποία επιτρέπει στον καλλιτέχνη να 'βιώσει' μάλλον φαντασιακά οποιαδήποτε δυνατότητα πραγμάτωσης της απόλυτης ελευθερίας του.Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, η τέχνη μπορεί όχι μόνο να γίνει, ανεξάρτητα από το περιεχόμενό της, αποδεκτή, αλλά και να προβληθεί ως πρότυπο" (Νίκος Δασκαλοθανάσης, Ο καλλιτέχνης ως ιστορικό υποκείμενο από τον 19ο στον 21ο αιώνα, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2004).

Το όραμα αυτό αναφέρεται στο προαναφερθέν βιβλίο ως ανάλυσης των θεμελίων της αναδυόμενης τον 19ο αιώνα ταυτότητας του καλλιτέχνη ιστορικού υποκειμένου. Όπως τότε, έτσι και σήμερα, παρά τις μεταλλάξεις, και τις διεργασίες που έχει διαλθεί ο χώρος της τέχνης, παραμένει το ερώτημα κατά πόσον η περιγραφόμενη κατάσταση ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το οικοδόμημα της διεθνούς σύγχρονης αγοράς τέχνης που λειτουργεί ως χρηματιστήριο αποτελεσε από το 1950 και εξής μια απάντηση, μερισμένη όμως σε ένα πολύ μικρό τμήμα της σύγχρονης καλλιτεχνικής παραγωγής, η ταύτιση με το οποίο φαίνεται ανοίκεια μεν π.χ. για την αντιμετώπιση ενός νέου καλλιτέχνη, ή του ζωγράφου τοπικής εμβέλειας, είναι όμως αναγκαστική εν μέρει, αν θέλουμε να πιστεύουμε ότι η τέχνη έχει μαζική απεύθυνση και δεν αφορά μόνο τις οικονομικές ελίτ. Η αποστροφή της τελευταίας πρότασης μας αναγκάζει να παρεκτραπούμε της πορείας μας για μια ακόμα φορά. Διότι, κατά την φαινομενολογία του πράγματος μοιάζει σωστό και δίκαιο να κρίνουμε την Τέχνη, τους καλλιτέχνες και τα παραγόμενα τους με τα ίδια κριτήρια ανεξάρτητα από τον βαθμό της οικονομικής επιτυχίας, της απεύθυνσης ή όχι στις ελίτ, κατά το πνεύμα  "της απόλυτης αυτονομίας του καλλιτέχνη", πως όμως η εφαρμογή στην πράξη αυτής της λογικής θα  προσφέρει οικονομική και κοινωνική ασφάλεια στον κάθε καλλιτέχνη, σε όλον τον κόσμο; Πως το αποκαλούμενο "φιλότεχνο κοινό" θα καλύψει την αρέσκεια του με χρήματα που θα δώσουν την δυνατότητα στον δημιουργό να είναι  μονάχα αυτό, δηλαδή να δημιουργεί μεν ελευθέρως, εκφράζοντας παράλληλα το zeitgeist που θα τον στηρίζει οικονομικά;



Ο χώρος της Τέχνης έχει διέλθει πολλών μεταλλάξεων. Από τις κοινωνικές ρίζες της ψυχολογικής "ευαισθησίας" και διανοητικής ...αστάθειας του καλλιτέχνη, που είναι δικαιολογημένη από την ιδιότητα του, την χαρακτηριστική εσωστρέφεια και την κοινωνική απομόνωση  προήλθαν τα καλλιτεχνικά δόγματα του τύπου "η τέχνη για την τέχνη", το πρότυπο περιθωριοποιημένου καλλιτέχνη που "είναι στην πραγματικότητα καλύτερος από τους 'αναγνωρισμένους' συναδέλφους του", του πρωτοποόρου που είναι "μπροστά από την εποχή του", του ακαθόριστου και συχνά ακαταλαβίστικου έργου, με το φιλότεχνο κοινό να γίνεται μπαλάκι του τέννις μεταξύ του καλλιτέχνη και των Θεωρητικών, καθώς ο ένας ρίχνει το βάρος της ερμηνείας στον άλλον, κ.α. τρυφηλά, και γελοία φαινόμενα εικαστικής εκζήτησης. Ακριβώς επειδή η Τέχνη λοιπόν δεν μπορεί να κρίνεται με δύο μέτρα και σταθμά, η ιδέα ότι η αγορά τέχνης μπορεί να μεταστοιχειώσει ένα άχρηστο για την επιβίωση ή την καθημερινή πραγματικότητα καλλιτεχνικό προϊόν σε νέα οικονομική αξία, η οποία συνδέεται άμεσα με κάποιες απροσδίοριστες εγγενείς του ιδιότητες, που δεν έχουν να κάνουν με το ίδιο το έργο, δπηγεί σε παγίδευση τους καλλιτέχνες, και σύγχιση αναφορικά με τον ρόλο τους το κοινωνικό σύνολο.

Σε αυτές τις διαπιστώσεις εδράζεται το ουσιαστικό ηθικό πρόβλημα της στήριξης του καλλιτέχνη από το κοινωνικό σύνολο, ή πιο συγκεκριμένα, από το μυημένο στην Τέχνη κοινωνικό υποσυνολο που συνιστά αυτό που λίγο αυθαίρετα δηλώνουμε συχνά ως "φιλότεχνο κοινό".  Ποιο πράγμα όμως καλείται αυτό το κρυπτικό και λίγο παράδοξο, στερημένο από διακριτικά χαρακτηριστικά υποσύνολο του κοινωνικού συνόλου να στηρίξει; Τον καλλιτέχνη ή το έργο; Αν προσεγγίσουμε κατά γράμμα την "δημώδη" φράση "People love you work until they have to pay for it" ο φιλότεχνος -για να δικαιούται τον τίτλο- θα πρέπει να πληρώσει για το έργο. Να αξιόλογήσει δηλαδή ότι θα στερηθεί μία ποσότητα χρημάτων από άλλες λειτουργίες ή εκπληρωση αναγκών προκειμένου να την ανταλλάξει με ένα έργο τέχνης. Δικαίως, μέχρις ενός βαθμού. Αλλά, πάλι, το φιλότεχνο κοινό θα πρέπει να είναι σε θέση να μετέχει της διαδικασίας διαμόρφωσης των τιμών, όπως θα συνέβαινε σε κάθε αγαθό. Θα έπρεπε δηλαδή να κοστολογεί τις ανάγκες του για τέχνη, ανάλογα με το πορτοφόλι του, και η αγορά να ακολουθεί βασικούς κανόνες προσφοράς και ζήτησης.

Εδώ είναι που χάνεται λίγο η μπάλα. Εξωθημένοι από το αφήγημα του χρηματιστηρίου της διεθνούς σκηνής τέχνης, και άλλες πομφόλυγες,  οι σύγχρονοι καλλιτέχνες, θεωρούν ότι η απεύθυνση τους είναι στο φιλότεχνο κοινό που μπορεί να αγοράσει τα έργα τους καλύπτοντας τις ανάγκες τους, τις εμπνεύσεις τους, το τι πραγματικά θέλουν και όχι το τι πραγματικά προσφέρουν και σε ποιόν δύνανται να απευθυνθούν. Ετσι, σημαντικό μέρος του προβληματισμού στο ολίγον αυθαίρετο απείκασμα "η Τέχνη είναι για όλους", αποτελεί η συνάρτηση του με την αποστροφή "People love you work until they have to pay for it". Δεν μπορούν όλοι να αντιληφθούν ως ανάγκη την 'υπαρξη τέχνης στην ζωή τους. Κάποιοι όμως, ίσως μπορούν να αντιληφθούν την σημασία της υλοποίησης όσων συνιστά ένα έργο τέχνης, της γένησης και της ύπαρξης του. Δεν μπορούν όλοι να αγοράσουν κάθε ή έστω και τα περισσότερα έργα τέχνης που ορέγονται. Ίσως μάλιστα κάποιοι να μην ενδιαφέρονται να έχουν έργα τέχνης στον προσωπικό τους χώρο. Θα καλοδέχονταν όμως έργα τέχνης στον δημόσιο χώρο, και, στο πλαίσιο σχετικής συζήτησης, θα αποδέχονταν την ανάγκη ύπαρξης της ξεχωριστής ματιάς του καλλιτέχνη, την εικαστική παρέμβαση, το σχόλιο, και την δραματική απεικόνιση.

Όπως έιδαμε νωρίτερα, κατά την θεωρία, η προσωπικότητα του καλλιτέχνη σε άλλου καιρούς όριζε σε σημαντικό βαθμό το αξιολογικό περιεχόμενο του έργου. Έτσι και σήμερα. Η ζήτηση του καλλιτέχνη για πληρωμή της αξίας του έργου εγχρήματα είναι λογική και κατανοητή. Το ζητούμενο όμως είναι να αγαπηθεί η Τέχνη ή το προϊόν; Θα πρέπει ορισμένως να χρηματοδοτήσουμε την δυνατότητα του καλλιτέχνη να συνεχίσει να παράγει έργο ή να προμηθευτούμε κάθε τι μας αρέσει αντιμετωπίζοντας το έργο ως καταναλωτικό αγαθό, και έτσι συμβάλλοντας στον πλουτισμό καθεν΄ςο που κοστολογεί αυθαίρετα τις εκφάνσεις των προβληματισμών του;

Για να ανάγουμε την φράση στην πραγματική ζωή, και να μιλήσουμε με πραγματικά μεγέθη, είναι αδιανόητο φιλότεχνος να μην έχει αγοράσει ποτέ έργο τέχνης. Παράλληλα, είναι εξίσου αδιανοητό να υποστηρίζεται ότι κάποιος δεν είναι φιλότεχνος αν δεν αγοράζει έργα τέχνης. Φιλότεχνος είναι καθένας που συνδιαλέγεται με την Τέχνη σε κάθε επίπεδο, έτσι ώστε αυτή συμβάλλει στην ζωή του. Είναι κατανοητό ότι οι καλλιτέχνες θα πρέπει να στηρίζονται από το κοινωνικό σύνολο. Είνα επίσης κατανοητό ότι η διεκδίκηση ενός έργου τέχνης είναι ηθική και οικονομική ανταμοιβή. Αποτελεί βασικό όρο επιβίωσης και συνέχειας. Δίκαιο είναι επίσης να αποτελεί ακόμα και παράγοντας πλουτισμού, συν των χρόνω, με την αναγνώριση, με την συνέχεια και συνέπεια από πλευράς του καλλιτέχνη.

Αγαπήστε την Τέχνη, κατόπιν όσους την παράγουν, μετά ανοίξτε τα μάτια, το μυαλό και την ψυχή στα έργα. Στηρίξτε όπως και όπου μπορείτε αυτούς τους ξεχωριστούς χαρισματικούς ανθρώπους με το απέραντο βλέμμα. Διαλέξτε εσείς σε ποιους θα δώσετε ψήφο εμπιστοσύνης. Κάποτε, κάποτε θα πρέπει να μοιραστείτε και τα χρήματα σας μαζί τους, εξόν από τον χρόνο, το μυαλό σας και τις κουβέντες σας. Παν μέτρον άριστον, και όλα χρειάζονται.


EDITO | Ο ρόλος και η επίδραση του Εικαστικού Επιμελητή

Ο γράφων, ως επιμελητής της έκθεσης
του ζωγράφου Μιχάλη Τσίνογλου
στην Myrό Gallery, τον Οκτώβριο του 2016,
στην διάρκεια του στησίματος,
φωτογραφημένος από τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
©Φωτογραφία: Μιχάλης Τσίνογλου,
All rights reserved, 2016.

Ο ρόλος του Επιμελητή και της εικαστικής επιμέλειας έχει παραμείνει σε ένα καθεστώς θολής αιώρησης στο κενό στην Ελλάδα σήμερα, με αποτέλεσμα πολλά να λέγονται, λίγα να γράφονται και σε πολλές ασυμφωνίες να οδηγούν. Συνεπώς σε αυτό το άρθρο θεωρώ άστοχο να ασχοληθώ με το τι είναι και τι δεν είναι Επιμέλεια -όπως άλλωστε θα ήταν εξίσου άστοχο να ασχοληθεί κάποιος με το τι είναι και τι δεν είναι Τέχνη. Θα ασχοληθώ με το τι μπορεί να κάνει ο Επιμελητής σήμερα και τι μπορεί να περιμένει καθένας από αυτόν στην Ελλάδα· διότι η αποτελεσματικότητα κάθε επαγγελματικής ενασχόλησης, δεν είναι διάφορη από τις δυνατότητες του ευρύτερου χώρου της  Τέχνης και την ωρίμανση του χρόνου που λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα.

Ορισμένως, ο ρόλος της Επιμέλειας είναι να φροντίζει για μια ορθή πρόσληψη του συνόλου του εννοιολογικού περιεχομένου μιας έκθεσης αδιαχώριστα μαζί με τις αισθητικές επιλογές και τα επιδραστικά στοιχεία που επιλέγει για τα έργα του ο καλλιτέχνης απευθυνόμενος στο κοινό του, ειδικό ή/και γενικό. Ο  ρόλος της Επιμέλειας μιας σειράς έργων περιλαμβάνει την Έκθεση και Τεκμηρίωση τους με στόχο την καλύτερη πρόσληψη τους από το γενικότερο, και όχι μόνο το στενοκέφαλα εννοούμενο σαν  “φιλότεχνο” κοινό. Σε αυτό το σημείο ο ρόλος του Επιμελητή είναι καίριος, καθώς ουσιαστικά χτίζει γέφυρες και εισάγει στην ουσία του έργου του καλλιτέχνη και των έργων που αποτελούν την Έκθεση τους θεατές του με το Επιμελητικό Κείμενο. Πέραν του Επιμελητικού Κειμένου,  σημαντική θεωρείται η Επιλογή Έργων που θα εκτεθούν και η Χωροθεσία των έργων Τέχνης στον δεδομένο χώρο της έκθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις το ύφος ή/και το περιεχόμενο έργων που έχουν παραχθεί την ίδια χρονική περίοδο δεν εντάσσονται αρμονικά σε μια σειρά έργων που δημιουργήθηκε την ίδια περίοδο, συνεπώς η έκθεση τους τείνει να αποπροσανατολίζει ή να αντιτίθεται στο “σώμα” της σειράς, οπότε η συνέκθεση με τα υπόλοιπα έργα κρίνεται από την Επιμελητή ότι θα συμβάλλει αρνητικά στην πρόσληψη των έργων του καλλιτέχνη· τότε τα συγκεκριμένα έργα αποβάλλονται από την ύλη της έκθεσης. Ακολουθεί η Χωροθεσία των έργων τέχνης. Στον αντίποδα, ο καλλιτέχνης βρίσκεται συχνά σε μειονεκτική θέση ως προς την χωροθέτηση της έκθεσης του για ψυχολογικούς λόγους που σχετίζονται με αυτό που ξέρει για τα έργα έναντι της πρόσληψης τους από έναν λιγότερο διαμεσολαβημένο θεατή. Επιπρόσθετα θεωρείται σημαντικό αφενός να περιοριστεί η “συνομιλία” των έργων με δομικά στοιχεία του χώρου, αφετέρου η παρουσίαση τους να είναι ισορροπημένη, και, συχνά, να εκφέρεται αρμονικά ως προς  την θέαση του.


Διαβάστε την συνέχεια ΕΔΩ