Sunday, 28 December 2014

Ciné qua non | François Truffaut: 400 χτυπήματα

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014 - Η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους που γύρισε ο Φρανσουά Τρυφώ, η οποία διακρίνεται για τη τρυφερότητα με την οποία χειρίζεται το θέμα του, όσο και το σενάριο που συνέγραψε ο ίδιος, αλλά μοιάζει να είναι γραμμένο με μια ανεπανάπληπτη σε άλλες ταινίες του αυτο-αναφορικότητα: για ένα παρεξηγημένο χαρισματικό παιδί, που ως ενήλικος μετέτρεψε τα τραύματα της παιδικής του ηλικίας σε δημιουργική δύναμη.

Ο Αντουάν Ντουανέλ (Antoine Doinel -που τον ενσαρκώνει με εξαιρετική επιτυχία ο μετέπειτα γνωστός “γόης” Γάλλος ηθοποιός Jean-Pierre Léaud) είναι δεκατριών χρονών και ζει στο Παρίσι, με τους αδιάφορους γονείς του. Πάει στο σχολείο όπου συναντά ένα τείχος αυταρχισμού και έλλειψης κατανόησης στη συμπεριφορά των καθηγητών του, οι οποίοι παρεξηγούν το δημιουργικό του ξέσπασμα και αντιλαμβάνονται ως καθήκον τους μονάχα την ένταξη του σε αυστηρές εκπαιδευτικές νόρμες της εποχής. Δικαιολογημένες τάσεις φυγής θα στρέψουν τον Αντουάν μετά από πολλές περιπέτειες, ανάμεσα στις οποίες και ο εγκλεισμός του στο αναμορφωτήριο, να αγωνιστεί για να φθάσει στην θάλασσα, τόπο που προσωποποιεί στα μάτια του την ελευθερία.

Η ταινία μιλάει για πολλά περισσότερα από όσα δείχνει. Τα “400 χτυπήματα” είναι ουσιαστικά μία περίπλοκη εξέταση του τρόπου με τον οποίο οι Δυτικές κοινωνίες από τη Βιομηχανική εποχή και εξής περιορίζουν και προσπαθούν να “σπάσουν” ή να αποκλείσουν από τη κοινωνική ανέλιξη τον χαρισματικό, τον ξεχωριστό, αυτόν που έχει προσωπικότητα και βλέπει πέρα & πάνω από τις μαζικές δομές. Ο Antoine Doinel ζει σε ένα Παρίσι γεμάτο εγκαταλελειμμένα εργοστάσια, χαμαιτυπεία, καταγώγια, μουντά διαμερίσματα, βρώμικους δρόμους, που στα μάτια μου μοιάζουν δυνατότητες αντί αδιέξοδα. Ο Antoine δεν είναι χειρότερος ή πιο βίαιος από τα άλλα παιδιά. Απλώς διακρίνει το κακό από το καλό από πολύ νωρίς, και όταν παρασυρμένος μάλλον από παιδική αφέλεια κάνει κάτι κακό, αντίθετα με άλλα λιγότερο ώριμα παιδιά, το κατανοεί αργά ή γρήγορα και προσπαθεί να το διορθώσει, με καταστροφικές για τον ίδιο συνέπειες, στο πλαίσιο μιας κοινωνίας που δεν τιμωρεί ποτέ το “είναι” αλλά το “φαίνεσθαι”.



Τόσο ορισμένες ιδέες του σεναρίου -όπως για παράδειγμα η φυγή προς τη θάλασσα- όσο και κάποιες σκηνοθετικές λύσεις και επιλογές της κάμερας δημιούργησαν “Σχολή” στον διεθνή κινηματογράφο, και ανέδειξαν άμεσα το σκηνοθετικό ταλέντο του Truffaut.

Εποχή άφησε και η μουσική της ταινίας, την οποία έγραψε ο έξοχος τζαζίστας Jean Costantin. Το soundtrack της ταινίας αποτελείται από τέσσερα μόλις κομμάτια και τους τίτλους τέλους, δεδομένου ότι η μουσική επένδυση εκείνη την εποχή δεν αντιμετωπιζόταν με τον ίδιο, καθαρά εμπορικό τρόπο που αντιμετωπίζεται σήμερα, αλλά περισσότερο ως εξερεύνηση μιας δυνατότητας εμπλουτισμού της ατμόσφαιρας της ταινίας, ή ενίοτε επέκτασης του νοήματος της μέσα από μουσικούς υπαινιγμούς.

Ο François Truffaut ήταν ο βασικός εκπρόσωπος του γαλλικού “νέου κύματος” στον κινηματογράφο, του γνωστού “nouvelle vague”. Το nouvelle vague παρόλο που ποτέ δεν αποτέλεσε οργανωμένο “κίνημα” Τέχνης επηρέασε πολλούς Ευρωπαίους δημιουργούς της εποχής. Η ακαθόριστη σύνδεση στις φόρμες των εκπροσώπων του αδιόρατου κινήματος αφορούσε την αντίδραση στις “κλασσικές φόρμες” του κινηματογράφου και η επιρροές τους έλκουν τη καταγωγή από τον ιταλικό νεορεαλισμό και τον “νέο αμερικάνικο κινηματογράφο”, δηλαδή τις φόρμες που αποτέλεσαν αργότερα αυτό που σήμερα αποκαλούμε τη “Χρυσή εποχή του Hollywood”. Οι σοβαρότεροι εκπρόσωποι τους είδους προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα και συνέδεσαν το ύφος και τις σκηνοθετικές επιλογές τους με μια πολιτική διαλεκτική, έναν πρώιμο υπερρεαλισμό καθώς και μία σαφή και διάχυτη ειρωνία προς κάθε θεσπισμένη και κλασική φόρμα της Τέχνης. Εκτός από τον Truffaut, στο κίνημα ανήκουν και οι επίσης μεγάλοι σκηνοθέτες Jean-Luc Godard, Éric Rohmer, Claude Chabrol, Jacques Rivette, Alain Resnais, Agnès Varda και Jacques Demy. Ο Truffaut ξεκίνησε τη καριέρα του ως κριτικός κινηματογράφου και τη συνέχισε ως σκηνοθέτης. Γεννηθείς το 1932, μας εγκατέλειψε το 1984 σε ηλικία 52 χρονών, αφήνοντας μας αντί κληρονομιάς κάτι λιγότερο από είκοσι ταινίες. Οι σημαντικότερες του σκηνοθετικές στιγμές κατά τη γνώμη μου είναι οι ταινίες “Τα 400 χτυπήματα” (Les Quatre cents coups), “Πυροβολήστε τον πιανίστα” (Tirez sur le pianiste), “Φάρεναϊτ 451” (Fahrenheit 451), “Το τελευταίο Μετρό” (Le Dernier métro) και “Η αγάπη το βάζει στα πόδια” (L'Amour en fuite). 

EDITO | Ο ρόλος και η επίδραση του Εικαστικού Επιμελητή

Ο γράφων, ως επιμελητής της έκθεσης
του ζωγράφου Μιχάλη Τσίνογλου
στην Myrό Gallery, τον Οκτώβριο του 2016,
στην διάρκεια του στησίματος,
φωτογραφημένος από τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
©Φωτογραφία: Μιχάλης Τσίνογλου,
All rights reserved, 2016.

Ο ρόλος του Επιμελητή και της εικαστικής επιμέλειας έχει παραμείνει σε ένα καθεστώς θολής αιώρησης στο κενό στην Ελλάδα σήμερα, με αποτέλεσμα πολλά να λέγονται, λίγα να γράφονται και σε πολλές ασυμφωνίες να οδηγούν. Συνεπώς σε αυτό το άρθρο θεωρώ άστοχο να ασχοληθώ με το τι είναι και τι δεν είναι Επιμέλεια -όπως άλλωστε θα ήταν εξίσου άστοχο να ασχοληθεί κάποιος με το τι είναι και τι δεν είναι Τέχνη. Θα ασχοληθώ με το τι μπορεί να κάνει ο Επιμελητής σήμερα και τι μπορεί να περιμένει καθένας από αυτόν στην Ελλάδα· διότι η αποτελεσματικότητα κάθε επαγγελματικής ενασχόλησης, δεν είναι διάφορη από τις δυνατότητες του ευρύτερου χώρου της  Τέχνης και την ωρίμανση του χρόνου που λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα.

Ορισμένως, ο ρόλος της Επιμέλειας είναι να φροντίζει για μια ορθή πρόσληψη του συνόλου του εννοιολογικού περιεχομένου μιας έκθεσης αδιαχώριστα μαζί με τις αισθητικές επιλογές και τα επιδραστικά στοιχεία που επιλέγει για τα έργα του ο καλλιτέχνης απευθυνόμενος στο κοινό του, ειδικό ή/και γενικό. Ο  ρόλος της Επιμέλειας μιας σειράς έργων περιλαμβάνει την Έκθεση και Τεκμηρίωση τους με στόχο την καλύτερη πρόσληψη τους από το γενικότερο, και όχι μόνο το στενοκέφαλα εννοούμενο σαν  “φιλότεχνο” κοινό. Σε αυτό το σημείο ο ρόλος του Επιμελητή είναι καίριος, καθώς ουσιαστικά χτίζει γέφυρες και εισάγει στην ουσία του έργου του καλλιτέχνη και των έργων που αποτελούν την Έκθεση τους θεατές του με το Επιμελητικό Κείμενο. Πέραν του Επιμελητικού Κειμένου,  σημαντική θεωρείται η Επιλογή Έργων που θα εκτεθούν και η Χωροθεσία των έργων Τέχνης στον δεδομένο χώρο της έκθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις το ύφος ή/και το περιεχόμενο έργων που έχουν παραχθεί την ίδια χρονική περίοδο δεν εντάσσονται αρμονικά σε μια σειρά έργων που δημιουργήθηκε την ίδια περίοδο, συνεπώς η έκθεση τους τείνει να αποπροσανατολίζει ή να αντιτίθεται στο “σώμα” της σειράς, οπότε η συνέκθεση με τα υπόλοιπα έργα κρίνεται από την Επιμελητή ότι θα συμβάλλει αρνητικά στην πρόσληψη των έργων του καλλιτέχνη· τότε τα συγκεκριμένα έργα αποβάλλονται από την ύλη της έκθεσης. Ακολουθεί η Χωροθεσία των έργων τέχνης. Στον αντίποδα, ο καλλιτέχνης βρίσκεται συχνά σε μειονεκτική θέση ως προς την χωροθέτηση της έκθεσης του για ψυχολογικούς λόγους που σχετίζονται με αυτό που ξέρει για τα έργα έναντι της πρόσληψης τους από έναν λιγότερο διαμεσολαβημένο θεατή. Επιπρόσθετα θεωρείται σημαντικό αφενός να περιοριστεί η “συνομιλία” των έργων με δομικά στοιχεία του χώρου, αφετέρου η παρουσίαση τους να είναι ισορροπημένη, και, συχνά, να εκφέρεται αρμονικά ως προς  την θέαση του.


Διαβάστε την συνέχεια ΕΔΩ