Tuesday, 27 August 2013

Η Πνευματική ιδιοκτησία και η Τέχνη: Μια εισαγωγή



Διανοητική ιδιοκτησία ονομάζονται τα δικαιώματα των δημιουργών, όπως αυτά προκύπτουν από τη δημιουργία ενός προϊόντος του νου, το οποίο έτσι αντιμετωπίζεται ως άυλο περιουσιακό στοιχείο. H διανοητική ιδιοκτησία διακρίνεται σε δύο κατηγορίες: (α) Τη Βιομηχανική ιδιοκτησία, η οποία αφορά τα σήματα, τα βιομηχανικά σχέδια, τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας (εφευρέσεις), τα υποδείγματα χρησιμότητας (μικρές εφευρέσεις) και τις προστατευόμενες γεωγραφικές ονομασίες προέλευσης, όπως επίσης, τα δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών και (β) Την Πνευματική ιδιοκτησία, που αφορά κυρίως έργα λογοτεχνίας και τέχνης, όπως, ζωγραφική, γλυπτική, βιβλία, θέατρο, αρχιτεκτονική, φωτογραφία, όπως επίσης και το λογισμικό. Συγγενικά δικαιώματα είναι οι  ηχογραφήσεις, οι εκτελέσεις και παραστάσεις έργων, καθώς και τα τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά προγράμματα. Αρμόδιος διεθνής οργανισμός για όλα τα ανωτέρω είναι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Διανοητικής Ιδιοκτησίας (World Intellectual Property Organization).
 
Τα αποκλειστικά δικαιώματα των πνευματικών δημιουργών στο έργο τους ονομάζονται Πνευματικά Δικαιώματα ή Πνευματική Ιδιοκτησία. Προβλέπονται και παραχωρούνται από τον νόμο για ορισμένο χρόνο, με σκοπό να απαγορεύσουν σε τρίτους τη χρήση των έργων χωρίς την άδεια του δημιουργού τους. Το πνευματικό δικαίωμα υφίσταται, για παράδειγμα, σε έργα λογοτεχνίας και τέχνης, όπως βιβλία, θέατρο, ζωγραφική, χαρακτική, γλυπτική, φωτογραφία, αρχιτεκτονική, καθώς επίσης και  σε άλλες δημιουργίες όπως είναι το λογισμικό ή οι βάσεις δεδομένων (οι λεγόμενες databases). Η πνευματική ιδιοκτησία αφορά και περιλαμβάνει το δικαίωμα της εκμετάλλευσης του έργου (πρόκειται για το λεγόμενο περιουσιακό δικαίωμα), καθώς επίσης και το δικαίωμα της προστασίας του προσωπικού δεσμού του δημιουργού του προς αυτό (πρόκειται για το λεγόμενο ηθικό δικαίωμα). Το πνευματικό δικαίωμα αποκτάται αυτοδικαίως χωρίς, δηλαδή, να απαιτείται αίτηση του δημιουργού ή καταχώριση του έργου σε κάποια υπηρεσία.
 
Στη χώρα μας ο Νόμος 2121/1993 (ΦΕΚ Α’ 25, 4/3/93) αποτελεί το θεμελιώδες νομοθέτημα που αφορά την πνευματικής ιδιοκτησία. Ο νόμος αυτός, ακολουθώντας τα βήματα και τη φιλοσοφία του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας, αναθεώρησε την προηγούμενη νομοθεσία του 1920 (Ν. 2387/1920) και συμμορφώθηκε με τις οδηγίες της (τότε) Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε σε πολλές διατάξεις του με το άρθρο 8 του νόμου 2557/1997 (ΦΕΚ Α'271/1997) σε εφαρμογή των Οδηγιών 93/83/ΕΟΚ και 93/98/ΕΟΚ.
 
Ειδικά για τα εικαστικά έργα (όπως η ζωγραφική, η χαρακτική, η γλυπτική, η φωτογραφία κλπ.) ο Νόμος θεσπίζει το δικαίωμα παρακολούθησης για το δημιουργό και τους κληρονόμους του. Αφορά έργα που πωλούνται σε δημόσιο πλειστηριασμό ή από έμπορο έργων τέχνης και δίνει στο δημιουργό 5 % επί του τιμήματος. Προέρχεται από την ανθρωπιστική αντίληψη της πνευματικής ιδιοκτησίας και προσπαθεί να εξομαλύνει τις αδικίες της αγοράς, το φαινόμενο δηλαδή τα έργα ενός καλλιτέχνη να αποκτούν αξία πολύ μετά τη δημιουργία τους ή και μετά το θάνατό του, ενώ αυτός τα είχε πουλήσει κατά κανόνα σε πολύ μικρότερη τιμή. Την αύξηση της αξίας την καρπώνονται δηλαδή άλλοι. Με τη ρύθμιση αυτή ο δημιουργός παίρνει μερίδιο σε αυτήν την αύξηση της αξίας.


*  Ο Στέργιος Κουκούδης είναι ένας από τους ιδρυτές 
του Δικηγορικού Γραφείου ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ, ΚΟΥΚΟΥΔΗΣ & Συνεργάτες 
με έδρα τη Θεσσαλονίκη. 
Ειδικεύεται σε θέματα Βιομηχανικής & Πνευματικής Ιδιοκτησίας, 
καθώς και Απόκτησης και Διαχείρισης Περιουσίας. 
Συμβουλεύει, επίσης, Έλληνες και διεθνείς πελάτες 
στη διεξαγωγή δημοπρασιών κινητών 
(αντικών, έργων τέχνης κλπ) και, ιδίως, ακινήτων. 



-//-

Αν θέλετε μπορείτε και εσείς να μας αποστείλετε άρθρα πάνω σε ζητήματα τεχνών, design, αντίκας, συναφή ιστορικά θέματα, κ.α. που ππιστεύετε ότι θα ενδιέφεραν το αναγνωστικό μας κοινό. Διαβάστε την σχετική πρόσκληση ενδιαφέροντος ΕΔΩ.

EDITO | Ο ρόλος και η επίδραση του Εικαστικού Επιμελητή

Ο γράφων, ως επιμελητής της έκθεσης
του ζωγράφου Μιχάλη Τσίνογλου
στην Myrό Gallery, τον Οκτώβριο του 2016,
στην διάρκεια του στησίματος,
φωτογραφημένος από τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
©Φωτογραφία: Μιχάλης Τσίνογλου,
All rights reserved, 2016.

Ο ρόλος του Επιμελητή και της εικαστικής επιμέλειας έχει παραμείνει σε ένα καθεστώς θολής αιώρησης στο κενό στην Ελλάδα σήμερα, με αποτέλεσμα πολλά να λέγονται, λίγα να γράφονται και σε πολλές ασυμφωνίες να οδηγούν. Συνεπώς σε αυτό το άρθρο θεωρώ άστοχο να ασχοληθώ με το τι είναι και τι δεν είναι Επιμέλεια -όπως άλλωστε θα ήταν εξίσου άστοχο να ασχοληθεί κάποιος με το τι είναι και τι δεν είναι Τέχνη. Θα ασχοληθώ με το τι μπορεί να κάνει ο Επιμελητής σήμερα και τι μπορεί να περιμένει καθένας από αυτόν στην Ελλάδα· διότι η αποτελεσματικότητα κάθε επαγγελματικής ενασχόλησης, δεν είναι διάφορη από τις δυνατότητες του ευρύτερου χώρου της  Τέχνης και την ωρίμανση του χρόνου που λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα.

Ορισμένως, ο ρόλος της Επιμέλειας είναι να φροντίζει για μια ορθή πρόσληψη του συνόλου του εννοιολογικού περιεχομένου μιας έκθεσης αδιαχώριστα μαζί με τις αισθητικές επιλογές και τα επιδραστικά στοιχεία που επιλέγει για τα έργα του ο καλλιτέχνης απευθυνόμενος στο κοινό του, ειδικό ή/και γενικό. Ο  ρόλος της Επιμέλειας μιας σειράς έργων περιλαμβάνει την Έκθεση και Τεκμηρίωση τους με στόχο την καλύτερη πρόσληψη τους από το γενικότερο, και όχι μόνο το στενοκέφαλα εννοούμενο σαν  “φιλότεχνο” κοινό. Σε αυτό το σημείο ο ρόλος του Επιμελητή είναι καίριος, καθώς ουσιαστικά χτίζει γέφυρες και εισάγει στην ουσία του έργου του καλλιτέχνη και των έργων που αποτελούν την Έκθεση τους θεατές του με το Επιμελητικό Κείμενο. Πέραν του Επιμελητικού Κειμένου,  σημαντική θεωρείται η Επιλογή Έργων που θα εκτεθούν και η Χωροθεσία των έργων Τέχνης στον δεδομένο χώρο της έκθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις το ύφος ή/και το περιεχόμενο έργων που έχουν παραχθεί την ίδια χρονική περίοδο δεν εντάσσονται αρμονικά σε μια σειρά έργων που δημιουργήθηκε την ίδια περίοδο, συνεπώς η έκθεση τους τείνει να αποπροσανατολίζει ή να αντιτίθεται στο “σώμα” της σειράς, οπότε η συνέκθεση με τα υπόλοιπα έργα κρίνεται από την Επιμελητή ότι θα συμβάλλει αρνητικά στην πρόσληψη των έργων του καλλιτέχνη· τότε τα συγκεκριμένα έργα αποβάλλονται από την ύλη της έκθεσης. Ακολουθεί η Χωροθεσία των έργων τέχνης. Στον αντίποδα, ο καλλιτέχνης βρίσκεται συχνά σε μειονεκτική θέση ως προς την χωροθέτηση της έκθεσης του για ψυχολογικούς λόγους που σχετίζονται με αυτό που ξέρει για τα έργα έναντι της πρόσληψης τους από έναν λιγότερο διαμεσολαβημένο θεατή. Επιπρόσθετα θεωρείται σημαντικό αφενός να περιοριστεί η “συνομιλία” των έργων με δομικά στοιχεία του χώρου, αφετέρου η παρουσίαση τους να είναι ισορροπημένη, και, συχνά, να εκφέρεται αρμονικά ως προς  την θέαση του.


Διαβάστε την συνέχεια ΕΔΩ