Thursday, 14 March 2013

Η αισθητική της πρόσληψης



H πρόσληψη, ως έννοια που παραπέμπει σε μια μεθοδολογία, κάνει την εμφάνισή της μετά το 1950, στη νομική, τη θεολογία και τη φιλοσοφία, δηλώνοντας ένα νέο προσανατολισμό στην ιστορική έρευνα, μακριά από τις έως τότε παγιωμένες ακαδημαϊκές παραδόσεις. 

του Χρυσοβαλάντη Στειακάκη, Ιστορικού Τέχνης 

Ο όρος «αισθητική της πρόσληψης», χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια λογοτεχνική κατεύθυνση, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τους Γιάους (Hans Robert Jauss) και Ίζερ (Wolfgang Iser), στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντίας στη Δυτική Γερμανία στα τέλη της δεκαετίας του 1960, με την βαρύτητα να δίδεται στο σχήμα: αναγνώστης-κριτική αντίδραση. Η θεωρία της πρόσληψης, προέκυψε σε μια εποχή κοινωνικών, πολιτικών αναταραχών στην Γερμανία, όταν τον Απρίλιο του 1967, ο Γιάους, έδωσε μια διάλεξη με τίτλο: «Τί είναι και για ποίο λόγο κάποιος μελετά λογοτεχνική ιστορία», ακολουθώντας το παράδειγμα του Σίλερ (Friedrich Schiller) που, στην αυγή της Γαλλικής Επανάστασης, έδωσε μια διάλεξη με τίτλο: «Τί είναι και για ποιό λόγο κάποιος μελετά παγκόσμια ιστορία». Ο Γιάους, όπως και ο Σίλερ, επισημαίνει ότι «το σήμερα» χρειάζεται να αναπτύξει δεσμούς ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Αντικείμενο, της αισθητικής της πρόσληψης, όπως τονίζει ο Γιάους, είναι η ιστορία της λογοτεχνίας ως ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα που διαμορφώνεται με τη συμμετοχή τόσο του συγγραφέα και του έργου, όσο και του κοινό, με αποτέλεσμα ο εκάστοτε δέκτης να βρίσκει την ιστορική του δικαίωση. Η θεωρία της πρόσληψης, στο χώρο των εικαστικών, μελετά τη συμμετοχή του θεατή στο έργο τέχνης, με αποτέλεσμα ο θεατής να αποκτά ενεργό ρόλο. Το κοινό, παίρνει το ρόλο του ερμηνευτή, που είναι καθοριστικός για την επιβίωση και μετάδοση του έργου, μεταφέροντας το έργο από το παρελθόν που το γέννησε στο «σήμερα» του εκάστοτε δέκτη.    

Η θεωρία της πρόσληψης, στηριζόμενη στην ιστορική ερμηνευτική, προσπαθεί να αποκαταστήσει το αρχικό περιβάλλον του έργου τέχνης, εντάσσοντάς στο στα ευρύτερα ιστορικά, κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά, πολιτισμικά του συμφραζόμενα, τα οποία είναι απαραίτητα για την ερμηνεία και κατανόηση του έργου τέχνης. Για αυτού του είδους την ολότητα μιλά και ο Γιάους, τονίζοντας την ανάγκη να συνδεθεί το παρόν και το παρελθόν, ακολουθώντας τις ιδέες του Σίλερ. Έτσι, κάθε ερμηνεία ενός έργου του παρελθόντος, εξαρτάται από έναν διάλογο μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Ο Γιάους, χρησιμοποιεί στην μελέτη του, τον όρο «ορίζοντας προσδοκίας»· που ουσιαστικά σημαίνει το τί περιμένει το κοινό από το έργο, ποιες είναι οι προσδοκίες του, που καθορίζονται από την εικονογραφική παράδοση και την τεχνοτροπία του ίδιου του έργου, εκφράζοντας την πολιτιστική  και την κοινωνική  ταυτότητα του δέκτη αλλά και την εκάστοτε ιστορική συγκυρία. Το νόημα του έργου ολοκληρώνεται με τη συνεργασία δύο οριζόντων: του ορίζοντα προσδοκίας, που προδιαγράφει το έργο καθώς και του ορίζοντα εμπειρίας του παραλήπτης, με αποτέλεσμα να καθίσταται προσιτή στην εμπειρία του παρόντος του εκάστοτε ερμηνευτή η τέχνη ενός ξένου για αυτόν παρελθόντος.
 
Το έργο τέχνης θα συνεχίσει την επίδρασή του όσο οι μεταγενέστεροι συνεχίσουν ή ανανεώσουν την πρόσληψή του – όσο θα υπάρχουν αναγνώστες που θα θελήσουν να οικειοποιηθούν εκ νέου ένα έργο του παρελθόντος ή δημιουργοί που θα θελήσουν να το μιμηθούν, να το ξεπεράσουν ή να το απορρίψουν. Μελετώντας κανείς τους ορίζοντες των προσδοκιών των διαφόρων «αναγνωστών» φυσικά δεν είναι δυνατόν να οδηγηθεί στο οριστικό νόημα ενός έργου τέχνης, αφού αυτό είναι μια συνεχής διαδικασία ερωταπόκρισης μεταξύ των έργων και των πολλαπλών, διαφορετικών αποδεκτών που διαθέτουν διαφορετικές πολιτισμικές ταυτότητες. Ωστόσο, μέσα από αυτή την μελέτη, μπορεί κανείς να κατανοήσει μέχρι ενός σημείου το πώς το έργο αξιολογήθηκε, ερμηνεύτηκε και εκτιμήθηκε κατά καιρούς. Η επανεκτίμηση, ενός έργου είναι συνυφασμένη με τις ανάγκες της εκάστοτε κοινωνίας που επαναπροσλαμβάνει. Συνεπώς, ένα έργο, ένας δημιουργός, ένα καλλιτεχνικό κίνημα γενικότερα, επανεκτιμάται όταν ανταποκρίνεται στο γούστο, τις ανάγκες, τις εξελίξεις αλλά και τις ιδεολογίες της κοινωνικής τάξης που το επαναπροσλαμβάνει. Έτσι, μελετώντας και ερμηνεύοντας αυτή ακριβώς την εκτίμηση και την διαχρονική απήχηση τους, «…ξαναβρίσκουμε την ιστορία της κοινωνίας (…). Η τέχνη ξαναθυμίζει το εφήμερο. Το διατηρεί και το ξαναφέρνει μπροστά της αλλάζοντάς το: αυτή είναι η κοινωνική εξήγηση του χρονικού της πυρήνα…».



Ενδεικτική Βιβλιογραφία
Adorno, T. W. Αισθητική θεωρία, Μτφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, Αθήνα, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2000 (α΄ έκδοση: Φραγκφούρτη, Suhrkamp Verlag, 1970).

Antal F., Μελέτες Ιστορίας της Τέχνης, Μτφρ. Παππάς Α., Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1999.

Belting H. et.al. (επιμέλεια), Εισαγωγή στην ιστορία της τέχνης, Μτφρ. Λ.Γυϊόκα, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Βάνιας, 1995 (α΄ έκδοση: Βερολίνο, Reimer, 1985).


Eagleton, T. Εισαγωγή στη θεωρία της λογοτεχνίας, Εισαγωγή-Θεώρηση-Μετάφραση Δ. Τζιόβας, Αθήνα, Εκδόσεις Οδυσσέας, 1989.

Gadamer, H.-G. Truth and Method, Μτφρ. από γερμανικά J. Weinsheimer και D. G. Marsall, Νέα Υόρκη, Crossroad, 19882 (α΄ έκδοση: Tούμπιγκεν, χ.ε., 1960).

Hadjinikolaou, N. Histoire de l’art et lutte des classes, Παρίσι, Francois Maspero, 1978.

Hadjinikolaou, N. «Art History and the History of the Appreciation of Works of Art», στο Proceedings of the Caucus for Marxism and Art., Ιανουάριος 1978, σ.11-12.

Jauss, H. R. Toward an Aesthetic of Reception, τόμος 2, Μτφρ. Timothy Bahti, Εισαγωγή Paul de Man, Σάσεξ, The Harvest Press Limited, 1982.

Jauss Hans Robert. Η Θεωρία της Πρόσληψης. Τρία Μελετήματα, Μτφρ. –Eισαγωγή- Επίμετρο Μίλτος Πεχλιβάνος, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1995.
  
Kelly, M. (επιμέλεια). Encyclopedia of Aesthetics, τόμος 3-4, Νέα Υόρκη/Οξφόρδη, Oxford University Press, 1998.

Kosik, K. Η διαλεκτική του συγκεκριμένου, Μτφρ. Λ. Χατζηπροδρομίδης, Αθήνα, Εκδόσεις Οδυσσέας, 1975 (α΄ έκδοση: Πράγα, 1963).

Petts, Jeffrey. «Aesthetic Experience and the Revelation of Value», στο The Journal of Aesthetics and Art Criticism, τόμος 58, τεύχος 1, Χειμώνας 2000, σ.61-71.

Rosebury, B. «The Historical Contigency of Aesthetic Experience», περ. British Journal of Aesthetics, τόμος 40, τεύχος 1, Ιανουάριος 2000, σ.76-77.

Suleiman, S.-Crosman I. (επιμέλεια). The Reader in the Text. Essays on Audience and Interpretation, Πρίνστον,  Princeton University Press, 1980.

Χατζηνικολάου, Ν. Εθνική τέχνη και πρωτοπορία, Αθήνα, εκδόσεις Όχημα, 1982.

Χατζηνικολάου, Ν. «Μεταμορφώσεις του Γκρέκο ανάμεσα στο 1838 και στο 1912», περ. Πολίτης, τεύχος 85, 1987, σ.62-69.

Χατζηνικολάου, Ν. Νοήματα της εικόνας. Μελέτες ιστορίας και θεωρίας της τέχνης, Ηράκλειο/ Ρέθυμνο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1994.

 

EDITO | Ο ρόλος και η επίδραση του Εικαστικού Επιμελητή

Ο γράφων, ως επιμελητής της έκθεσης
του ζωγράφου Μιχάλη Τσίνογλου
στην Myrό Gallery, τον Οκτώβριο του 2016,
στην διάρκεια του στησίματος,
φωτογραφημένος από τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
©Φωτογραφία: Μιχάλης Τσίνογλου,
All rights reserved, 2016.

Ο ρόλος του Επιμελητή και της εικαστικής επιμέλειας έχει παραμείνει σε ένα καθεστώς θολής αιώρησης στο κενό στην Ελλάδα σήμερα, με αποτέλεσμα πολλά να λέγονται, λίγα να γράφονται και σε πολλές ασυμφωνίες να οδηγούν. Συνεπώς σε αυτό το άρθρο θεωρώ άστοχο να ασχοληθώ με το τι είναι και τι δεν είναι Επιμέλεια -όπως άλλωστε θα ήταν εξίσου άστοχο να ασχοληθεί κάποιος με το τι είναι και τι δεν είναι Τέχνη. Θα ασχοληθώ με το τι μπορεί να κάνει ο Επιμελητής σήμερα και τι μπορεί να περιμένει καθένας από αυτόν στην Ελλάδα· διότι η αποτελεσματικότητα κάθε επαγγελματικής ενασχόλησης, δεν είναι διάφορη από τις δυνατότητες του ευρύτερου χώρου της  Τέχνης και την ωρίμανση του χρόνου που λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα.

Ορισμένως, ο ρόλος της Επιμέλειας είναι να φροντίζει για μια ορθή πρόσληψη του συνόλου του εννοιολογικού περιεχομένου μιας έκθεσης αδιαχώριστα μαζί με τις αισθητικές επιλογές και τα επιδραστικά στοιχεία που επιλέγει για τα έργα του ο καλλιτέχνης απευθυνόμενος στο κοινό του, ειδικό ή/και γενικό. Ο  ρόλος της Επιμέλειας μιας σειράς έργων περιλαμβάνει την Έκθεση και Τεκμηρίωση τους με στόχο την καλύτερη πρόσληψη τους από το γενικότερο, και όχι μόνο το στενοκέφαλα εννοούμενο σαν  “φιλότεχνο” κοινό. Σε αυτό το σημείο ο ρόλος του Επιμελητή είναι καίριος, καθώς ουσιαστικά χτίζει γέφυρες και εισάγει στην ουσία του έργου του καλλιτέχνη και των έργων που αποτελούν την Έκθεση τους θεατές του με το Επιμελητικό Κείμενο. Πέραν του Επιμελητικού Κειμένου,  σημαντική θεωρείται η Επιλογή Έργων που θα εκτεθούν και η Χωροθεσία των έργων Τέχνης στον δεδομένο χώρο της έκθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις το ύφος ή/και το περιεχόμενο έργων που έχουν παραχθεί την ίδια χρονική περίοδο δεν εντάσσονται αρμονικά σε μια σειρά έργων που δημιουργήθηκε την ίδια περίοδο, συνεπώς η έκθεση τους τείνει να αποπροσανατολίζει ή να αντιτίθεται στο “σώμα” της σειράς, οπότε η συνέκθεση με τα υπόλοιπα έργα κρίνεται από την Επιμελητή ότι θα συμβάλλει αρνητικά στην πρόσληψη των έργων του καλλιτέχνη· τότε τα συγκεκριμένα έργα αποβάλλονται από την ύλη της έκθεσης. Ακολουθεί η Χωροθεσία των έργων τέχνης. Στον αντίποδα, ο καλλιτέχνης βρίσκεται συχνά σε μειονεκτική θέση ως προς την χωροθέτηση της έκθεσης του για ψυχολογικούς λόγους που σχετίζονται με αυτό που ξέρει για τα έργα έναντι της πρόσληψης τους από έναν λιγότερο διαμεσολαβημένο θεατή. Επιπρόσθετα θεωρείται σημαντικό αφενός να περιοριστεί η “συνομιλία” των έργων με δομικά στοιχεία του χώρου, αφετέρου η παρουσίαση τους να είναι ισορροπημένη, και, συχνά, να εκφέρεται αρμονικά ως προς  την θέαση του.


Διαβάστε την συνέχεια ΕΔΩ