Monday, 11 February 2013

Τέλος Εποχής στην Μουσική Βιομηχανία: Η υποχώρηση του album και η άνοδος του "single"

EINAI πια φανερό. Τα μουσικά άλμπουμ χάνουν πια τη θέση τους ως το κυρίαρχο μέσο έκφρασης της μουσικής και την θέση τους παίρνουν τα τραγούδια (απλά, μονά τραγούδια, εξ ου και singles). Η ιδέα του άλμπουμ μεγάλης διάρκειας (Long Play, LP) εμφανίστηκε τη δεκαετία του ’40, με την εμφάνιση των μεγάλων δίσκων βινυλίου. Οι μεγάλοι δίσκοι έπαιζαν στις 33 στροφές ανά λεπτό, σε αντίθεση με τους μικρούς δίσκους (τα σινγκλς) που έπαιζαν στις 45 στροφές ανά λεπτό. Κάθε πικάπ είχε αντίστοιχο ρυθμιστή των στροφών του πλατό του, ώστε να ρυθμίζεται ανάλογα με το είδος του δίσκου που έπαιζε. 


του Δημήτρη Παύλου
dimitriospavlou@yahoo.gr



Φυσικά, στην εποχή του γραμμοφώνου, όπου η περιστροφή ήταν στις 78 στροφές ανά λεπτό, ήταν αδύνατο να δημιουργηθεί δίσκος μεγάλης διάρκειας. Η πολύ γρήγορη περιστροφή εξαντλούσε αντίστοιχα γρήγορα την επιφάνεια του δίσκου, οπότε παρόλο που οι δίσκοι του γραμμοφώνου έχουν αρκετά μεγάλη διάμετρο, διαρκούν πολύ λίγο.


Εικόνα 1: Η νέα τεχνολογία αποτίει φόρο τιμής 
στην απελθούσα. Θήκη για ipod, 
με πιστή απεικόνιση της επιφάνειας ενός πικάπ


Για πολλά χρόνια όμως, οι πωλήσεις των singles υπερτερούσαν σημαντικά των άλμπουμς. Η κατάσταση άλλαξε – όπως και για πολλά άλλα πράγματα – στη δεκαετία του ’60. Και η αλλαγή δεν ήταν μόνο εμπορική, αλλά και ουσιαστική. Όπως και σε πολλά άλλα πράγματα, οι Beatles ήταν αυτοί που καθιέρωσαν την ιδέα ότι ένα άλμπουμ πέρα από μια απλή συλλογή τραγουδιών είναι και ένα μουσικό έργο με την δική του οντότητα. Το κάθε τραγούδι, εκτός από την δική του μοναδική αξία, μπορεί να παίξει ρόλο και σαν μέρος ενός μεγαλύτερου μουσικού έργου, που είναι το άλμπουμ. Για να γίνει αυτό, πρέπει τα τραγούδια ενός άλμπουμ να έχουν παρόμοια αισθητική αντίληψη. Ο ήχος τους να μοιάζει, χωρίς φυσικά να επαναλαμβάνεται. Πολλές φορές βλέπουμε μια μουσική ιδέα που συλλαμβάνεται σε ένα τραγούδι, να συνεχίζει και να ολοκληρώνεται σε ένα επόμενο. Έτσι, τα τραγούδια αποκτούν μια υπόγεια μεταξύ τους σχέση, που τα κάνει μέρος ενός συνόλου. Κι επειδή πάντα το σύνολο είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών του, η γοητεία που ασκεί στον ακροατή ένα σωστά δομημένο άλμπουμ είναι μοναδική.


Εικόνα 2. Η ετικέτα άλμπουμ του σπουδαίου τζαζ 
κιθαρίστα Django Reinhardt, που κυκλοφόρησε το 1951, 
όντας το 207ο άλμπουμ της εταιρείας, όπως γράφει αριστερά.


Το άλμπουμ “Sgt Pepper's Lonely Hearts Club Band” των Beatles, κυκλοφόρησε την 1η Ιουνίου του 1967 και ανέδειξε στο έπακρο την παραπάνω ιδέα, γι αυτό και θεωρείται ακόμα από πολλούς το σημαντικότερο άλμπουμ όλων των εποχών. Για να το ηχογραφήσουν, οι Beatles ξόδεψαν 126 ολόκληρες μέρες στο στούντιο μαζί με τον ιδιοφυή παραγωγό τους, τον George Martin και πολλούς συνοδεύοντες μουσικούς. Τι έκαναν στο στούντιο και χρειάστηκαν τέσσερις μήνες για να ηχογραφηθούν 10 τραγούδια; Έψαχναν τον κατάλληλο ήχο του άλμπουμ, και τον βρήκαν. Έναν ήχο που να είναι ομοιόμορφος αλλά όχι βαρετός, απλός και ταυτόχρονα δαιδαλώδης, πλούσιος αλλά όχι παραφορτωμένος.


Εικόνα 3. Το εκπληκτικό εξώφυλλο του "Sgt Pepper's", 
σχεδιασμένο από τον Βρεττανό καλλιτέχνη Peter Blake, 
έχει αφήσει εποχή. Το μιμήθηκαν πολλοί, 
επηρέασε ακόμα πιο πολλούς, 
αλλά και το σατίρισαν πολλοί.

Εννοείται ότι την ίδια περίοδο υπήρξαν δεκάδες καλλιτέχνες και συγκροτήματα που προώθησαν ίδια ιδέα. Απλά οι Beatles την κατέστησαν κυρίαρχη με την τεράστια επίδραση που είχαν στο κοινό. Η τεράστια επιτυχία αυτού του άλμπουμ, στην ουσία έπεισε και τον τελευταίο ακροατή, ότι πλέον η ακρόαση της μουσικής πρέπει να γίνεται μέσα από άλμπουμ κατά κύριο λόγο και λιγότερο από μεμονωμένα τραγούδια.Δυο χρόνια πριν, ο Bob Dylan είχε κάνει ήδη την επανάστασή του με το άλμπουμ “Highway 61 Revisited” του 1965, όπου εγκατέλειψε το δίδυμο ακουστική κιθάρα/φυσαρμόνικα, για χάρη του ηλεκτρικού ροκ ήχου – προς μεγάλη απογοήτευση του συντηρητικού αμερικάνικου κοινού, αρχικά. Το άλμπουμ αποτελείται από 9 κομμάτια, με συνοδεία ηλεκτρικής κιθάρας, ντραμς και πλημμυρισμένο από τον ήχο του hammond organ του Al Cooper και έφερε νέον αέρα στην αμερικάνικη φολκ μουσική, δίνοντάς της μια διέξοδο προς το ροκ.



Εικόνα 4 Το εξώφυλλο του ιστορικού δίσκου 
του Bob Dylan "Highway 61 Revisited", του 1965

Από τότε αρχίζει η εποχή των άλμπουμς, της οποίας το τέλος βιώνουμε σήμερα. Δεκάδες καλλιτέχνες άρχισαν να βγάζουν δίσκους που ήταν αδιανόητο να μην ακουστούν ολόκληροι και το κοινό ακολούθησε ενθουσιασμένο. Από τη δεκαετία του 80, ενώ η ιδέα του άλμπουμ σαν μουσικού έργου συνεχίζει ακμαιότατη, το μέσον αλλάζει. Εμφανίζεται το CD και η αρχή του ψηφιακού ήχου. Το πρώτο άλμπουμ που κυκλοφόρησε ποτέ σε CD (ή, τουλάχιστον, ένα από τα πολύ πρώτα, μιας και δεν μπόρεσα να διασταυρώσω ότι ήταν Το πρώτο), ήταν το “Brothers in Arms” των Dire Straits, το 1985.


Εικόνα 5 Ένας από τους πρώτους - 
ίσως και ο πρώτος - δίσκος που κυκλοφόρησε ποτέ 
στη μορφή του CD. 
Το "Brothers in Arms" των Dire Straits, το 1985


Πραγματικά ιδανική επιλογή της εταιρείας Warner, μιας και ο δίσκος περιέχει πολλά πρωτοκλασάτα τραγούδια, ικανά να πείσουν το κοινό να μπει στη νέα εποχή του CD. Για να υπηρετήσουν την ιδέα του άλμπουμ, οι άνθρωποι της μουσικής καθιέρωσαν την έννοια του μουσικού παραγωγού. Αυτός είναι ο άνθρωπος που έχει την ευθύνη για το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα του άλμπουμ. Έχει λόγο στο ποια τραγούδια θα μπουν και ποια θα μείνουν έξω από το άλμπουμ, πώς θα γίνει η ηχογράφηση, πώς η μίξη κλπ, ακόμα και τι όργανα θα χρησιμοποιηθούν. Είναι τόσο σημαντικός ο ρόλος του παραγωγού, που υπάρχουν σημαντικοί παραγωγοί οι οποίοι έχουν μείνει στην ιστορία, σαν ισάξιοι με τους καλλιτέχνες. Οι Beatles είχαν παραγωγό τον Τζορτζ Μάρτιν σε όλη τους την καριέρα, πράγμα που γενικά δεν ισχύει. Η συνεργασία καλλιτέχνη - παραγωγού, συνήθως διαρκεί για ένα άλμπουμ. Ο Brian Eno συνεργάστηκε με τους U2 και εκτίναξε την καριέρα τους με τον ήχο του άλμπουμ “The Joshua Tree” το 1987, ενώ λίγο νωρίτερα ο Quincy Jones, με την παραγωγή του στο “Thriller”, απογείωνε έναν μικρούλη μαύρο που χόρευε καλά, ονόματι Michael Jackson. Οι Pink Floyd απευθύνθηκαν για μία και μόνη φορά στον Bob Ezrin για να πετύχουν τον μεγαλειώδη ήχο του “The Wall” και να σαρώσουν την παγκόσμια αγορά.


Εικόνα 6 Η επιβλητική φιγούρα 
του σύγχρονου μουσικού παραγωγού Rick Rubin


Στην εποχή μας είναι περιζήτητος παραγωγός ο Rick Rubin (Red Hot Chili Peppers), ο David Fridmann (Flaming Lips, MGMT, Tame Impala), ο Brian Eno συνεχίζει με τους Coldplay (αφού συνεργάστηκε και με τους πολύ αγαπητούς στη χώρα μας James, μεταξύ άλλων), ενώ στον χώρο της χορευτικής και της ηλεκτρονικής μουσικής, ο παραγωγός είναι πολύ πιο σημαντικός από τον καλλιτέχνη, μιας και το "πώς" ακούγεται κάτι, μετράει πιο πολύ από το "τι", δηλ. τη μουσική ιδέα. Στην Ελλάδα ποτέ δεν αντιληφθήκαμε την τεράστια σημασία του μουσικού παραγωγού κι έτσι ο αριθμός των σπουδαίων άλμπουμς που παρήγαγε η Ελληνική μουσική δεν είναι ανάλογος του τεράστιου αριθμού των σπουδαίων τραγουδιών. Η εντύπωσή μου είναι ότι στάθηκε αδύνατον για τα μεγάλα «εγώ» των Ελλήνων καλλιτεχνών να δεχθούν την «επίβλεψη» ενός παραγωγού. Κι έτσι το τόσο επιτυχημένο μοντέλο στο εξωτερικό, δεν ευδοκίμησε στη χώρα μας. Αλλά όταν ο Διονύσης Σαββόπουλος έκανε παραγωγή στο πρώτο άλμπουμ του Βαγγέλη Γερμανού (Τα Μπαράκια), το αποτέλεσμα ήταν μαγικό.


Εικόνα 7 Τα Μπαράκια του Βαγγέλη Γερμανού, 
σε παραγωγή του Διονύση Σαββόπουλου, 
όπως φαίνεται γραμμένο κάτω δεξιά στο εξώφυλλο!


Το ίδιο και με τον Γιάννη Σπάθα (κιθαρίστα των Socrates), που ήταν ο παραγωγός στο καταπληκτικό πρώτο άλμπουμ των Κατσιμιχαίων (Ζεστά ποτά). Αλλά το άλμπουμ εκφράζει και κάτι άλλο. Είναι το αισθητικό αποτέλεσμα που αποδίδει την «φάση» που περνάει ο δημιουργός εκείνη την εποχή. Αυτό είναι πολύ δύσκολο να εκφραστεί μέσα από ένα ή δυο μόνο τραγούδια. Έχουν μείνει στην ιστορία πάρα πολλοί τέτοιοι δίσκοι, όπως το "Slow Train Coming" που εκφράζει την "Θρησκευτική" φάση του Μπομπ Ντύλαν, το "Over" του Peter Hammill που είναι ολόκληρο αφιερωμένο στον χωρισμό με την σύντροφό του μετά από πολλά χρόνια, το "Exile on Main Street" των Rolling Stones που είναι από τα καλύτερα άλμπουμ τους, χωρίς να περιέχει ούτε μία μεγάλη τους επιτυχία (η δύναμη του συνόλου που λέγαμε παραπάνω...), το "Mingus" απεικονίζει την τζαζ φάση της Jonie Mitchell, το "Load" που σηματοδοτεί το πέρασμα των Metallica από το heavy metal στο ροκ και ο κατάλογος είναι ατελείωτος.


Εικόνα 8 Το εξώφυλλο του άλμπουμ που άλλαξε τη μοίρα 
μιας περιθωριακής εταιρείας δίσκων μετατρέποντάς την σε πολυεθνική


Ο John Lennon, διαχώρισε τη θέση του από τους υπόλοιπους Beatles, βγάζοντας το πρώτο του προσωπικό άλμπουμ “John Lennon / Plastic Ono Band” στα 1970. Ο ήχος του ήταν τόσο λιτός και δυναμικός και τόσο μακριά από τον ήχο των Beatles που κατέστησε σαφέστατο – με καθαρά καλλιτεχνικό τρόπο – ότι το τέλος του συγκροτήματος δεν θα αργούσε. Μερικά χρόνια αργότερα, μια μικρή και ασήμαντη εταιρεία δίσκων ονόματι Virgin Records αποφάσισε να κυκλοφορήσει το πρώτο άλμπουμ – αποκλειστικά με οργανική μουσική – ενός ασήμαντου νεαρού και οι πωλήσεις του άλμπουμ αυτού ήταν τόσο μεγάλες παγκοσμίως, που εκτόξευσαν την εταιρεία στην πολυεθνική Virgin που ξέρουμε σήμερα. Για την ιστορία, ο νεαρός ονομαζόταν Mike Oldfield και ο δίσκος ήταν το Tubular Bells. Η τελευταία 50ετία είναι γεμάτη από παρόμοιες συναρπαστικές ιστορίες που συνοδεύουν την κυκλοφορία κάποιων δίσκων. Το άλμπουμ σαν ιδέα δεν έχει σβήσει. Οι εταιρείες διαθέτουν ακόμα τις δουλειές των καλλιτεχνών σε μορφή CD, αλλά και σε άυλη μορφή, όπου ο χρήστης κατεβάζει από το ίντερνετ, με ένα κλικ, το σύνολο των τραγουδιών του άλμπουμ. Απλά η ζήτησή τους έχει περιοριστεί πλέον πολύ, σε σχέση με τα μεμονωμένα τραγούδια. 

Πλέον η βαρύτητα από τη μουσική βιομηχανία έχει πέσει στο σινγκλ (τι περίεργη λέξη στα ελληνικά, ένα φωνήεν και πέντε σύμφωνα!!!). Οι νέες γενιές σχεδόν αγνοούν παντελώς την έννοια του άλμπουμ και απλά ακούν το τραγούδι που θέλουν από το YouTube, ή από το MP3 player τους και εννοείται ότι καλά κάνουν. Δεν μπορείς να πας κόντρα στην εξέλιξη. Απλά όσοι μάθαμε να ακούμε μουσική μέσα από άλμπουμ θα συνεχίσουμε να το λέμε, προσπαθώντας – μάταια; – να μεταδώσουμε την ιδέα στους νεώτερους. Η ακρόαση ενός καλογραμμένου άλμπουμ ξανά και ξανά, αποτελεί την πεμπτουσία της μουσικής απόλαυσης. Τελεία και παύλα.

EDITO Οκτωβρίου 2016 | Το Αύριο και το Σήμερα της Τέχνης στην Ελλάδα

Γιώργος Καραφωτιάς, Άτιτλος πίνακας, Λάδι σε καμβά.
H Ελλάδα παρουσιάζει πλέον σημαντικό καλλιτεχνικό δυναμικό στις εικαστικές τέχνες, το οποίο δυστυχώς παραμένει υποπροβεβλημένο, σε σύγκριση με άλλα είδη καλλιτεχνικής παραγωγής. Συν τω χρόνω οι νέοι Έλληνες καλλιτέχνες διαμορφώνουν αυτό που ονομάζουμε νέα Ελληνική εικαστική ταυτότητα. Το ζήτημα τώρα είναι η επαρκής υποστήριξη της. Μέσα σε μια εξαιρετικά μικρή και καθόλου αναπτυγμένη αγορά, οι νέοι έλληνες εικαστικοί  καλλιτέχνες συχνά ασφυκτιούν.

- "Κρίση",  θα πείτε και θα γυρίσετε στο άλλο πλευρό. Εδώ όμως θα έχετε κάνει μεγάλο λάθος, και ο ύπνος σας δεν πρέπει να είναι καθόλου γαλήνιος, διότι σύντομα θα αντικρύσετε μία στείρα έρημο, και, το χειρότερο είναι, πως δεν θα πρόκειται για έναν εφιάλτη, αλλά για μια πραγματικότητα χωρίς προηγούμενο. Μάλιστα, αυτό το ενδεχόμενο καθίσταται πιο τραγικό, αν αναλογιστείτε  την ποιοτική αναβάθμιση των νεότερων Ελλήνων καλλιτεχνών. Σε αυτή έχουν συμβάλει τόσο οι Σχολές Καλών Τεχνών της χώρας, και νεότεροι σε ηλικία καθηγητές που είναι μέλη ΔΕΠ και διαδάσκοντες, όσο και ιδιωτικά ιδρύματα με σημαντική δράση με υποτροφίες και προγράμματα, που βελτίωσαν θεαματικά τις "παραστάσεις", το γνωσιακό και το εμπειρικό επίπεδο των νέων Ελλήνων καλλιτεχνών.

Μόλις όμως οι σπουδές ολοκληρωθούν, ο νέος Έλληνας εικαστικός καλλιτέχνης έχει να αντιμετωπίσει μία ζοφερή πραγματικότητα. Ο χώρος της τέχνης στην Ελλάδα δεν έχει τους μηχανισμούς να προβάλλει νέο και μη ήδη εγκαθιδρυμένο περιεχόμενο από την πρώτη δεκαετία της χιλιετίας και εξής. Οι ελάχιστες χιλιάδες αποδεδειγμένοι φιλότεχνοι, και οι λίγες εκατοντάδες μικρότεροι ή μεγαλύτεροι, πλην όμως σοβαροί συλλέκτες, δεν επαρκούν για να συντηρήσουν, πόρρω δε μάλλον, για να αναπτύξουν την εγχώρια αγορά. Αυτό που προβάλλεται ως εκλεκτικισμός από πολλούς, είναι πρόφαση εν αμαρτίαις και όχι επιλογή: η κεντρική σκηνή της Τέχνης στην Ελλάδα δεν έχει ισχυρό έρεισμα σε "λίγους και καλούς", αλλά  μικρή αποδοχή από όλους. Ελθούσης της κρίσης η αγορά δεν στέναξε, διότι δεν πρόλαβε ούτε στεναγμό να βγάλει! Άλλωστε, ήταν ήδη ημιθανής χτυπημένη από την διεθνοποίηση των αγορών, την αυξημένη προσβασιμότητα όσων πραγματικά αναζητούν και συλλέγουν τέχνη σε πηγές στο εξωτερικό, και βρίσκουν πληροφορίες στο διαδίκτυο. Εδώ και 5-7 χρόνια είναι πανεύκολο να εντοπίσεις εκλεκτή τέχνη στο Facebook, στην πλατφόρμα Saatchi, στο Behance Network ή/και αλλού, να μάθεις και να κανονίσεις την επίσκεψη σου στις μεγαλύτερες Art Fairs του  κόσμου, να αποκτήσεις τέχνη είτε για ευχαρίστηση, είτε ως επενδυτικό αγαθό, ορθολογικά τεκμηριωμένη και επαρκώς πιστοποιημένη.

Διαβάστε την συνέχεια ΕΔΩ.