Saturday, 8 December 2012

Ο Ελληνισμός μέσα από τη ματιά των Ελλήνων Συμβολιστών



Ο    Συμβολισμός εισήχθη στον ελληνικό χώρο, ακολουθώντας ένα μοναχικό όσο και δαιδαλώδες μονοπάτι, αφού η τεχνοκριτική του επεφύλαξε μια δύσπιστη υποδοχή. O ελληνικός Συμβολισμός αποτέλεσε και τον καθρέφτη της ρότας της ελληνικής κοινωνίας, αφού, όπως υπογράμμισε ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, «…γυμνός από το ακαδημαϊκό του κύρος και χρησιμοποιημένος, το περισσότερο, στις υποτονικές του μορφές πήρε απάνου του την ευθύνη να εκφράσει την ψυχική ύφεση και την πνευματική ανησυχία μιας δύσκολης και πικρής γενιάς». Η εμφάνιση του Συμβολισμού συμπίπτει με μια κρίσιμη πολιτικοκοινωνική περίοδο κατά την οποία κυριαρχούσε το μακρόπνοο όσο, όμως, και μοιραίο τελικά όραμα της “Μεγάλης Ιδέας”. Ο διακαής πόθος της ανάκτησης εδαφών της πάλαι ποτέ βυζαντινής αυτοκρατορίας, στα οποία το ελληνικό στοιχείο είχε έντονη παρουσία, «έντυσε» τα όνειρα ενός λαού, καθόρισε την πολιτική του ιστορία και ταυτόχρονα αποτυπώθηκε και στην καλλιτεχνική παραγωγή του τόπου και ιδιαίτερα στα έργα των εκπροσώπων του Συμβολισμού, των οποίων η θεματική αντικατοπτρίζει την παραδοχή πως το συγκεκριμένο κίνημα ουσιαστικά αποτελεί μια «ψυχική κατάσταση». Επιπλέον, η πρόσληψη του κινήματος που ήταν παρών στα καλλιτεχικά δρώμενα της χωρας από τα τέλη του 19ου αιώνα ως και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου, συμπίπτει και με την εμφάνιση του ζητήματος για την ελληνικότητα της τέχνης και τον προσανατολισμό αυτής, ένα ζήτημα που απασχόλησε κριτικούς και καλλιτέχνες ιδιαίτερα την περίοδο του μεσοπολέμου.

Ο Νικόλαος Γύζης, ο πρώτος Έλληνας συμβολιστής, από το Μόναχο που βρίσκεται, αφουγκράζεται τη δεινή θέση των συμπατριωτών του μετά την ταπεινοτική ήττα στον πόλεμο του 1897 και αποτυπώνει στους πίνακές του όχι μόνο τη συντριβή, αλλά και τις ελπίδες του για ένα ελπιδοφόρο μέλλον. Το θέμα που επιλέγει είναι η καταστροφή των Ψαρών. Και στις δυο εκδοχές του  έργου με τίτλο Μετά την καταστροφή των Ψαρών που χρονολογούνται μεταξύ 1896 και 1898, ο Γύζης αποτυπώνει, μέσα από το ορμητικό σχέδιο και τα εκρηκτικά χρώματα, τα ταραχώδη αισθήματα που του γέννησε η τελική έκβαση του ελληνοτουρκικού πολέμου και που ανταποκρίνονται και στο γενικότερο κοινωνικό αίσθημα. Η βάρκα με το όνομα «Ελλάς» μεταφέρει τη μοίρα ένος ολόκληρου λαού που παλεύει με τα φουρτουνιασμένα κύματα- ρότα της ιστορίας για να επιβιώσει.

Η Δόξα των Ψαρών, έργο κι αυτό της ίδιας περιόδου, δεν μπορεί παρά να αποτελεί την ελπιδοφόρο συνέχεια του προηγούμενου έργου. Εμπνευσμένη από τους στίχους του σχετικού ποιήματος του Διονυσίου Σολωμού, η επιβλητική, φτερωτή γυναικεία φιγούρα- μια καθαρά αρχαιοελληνική μορφή- της οποίας ο τρόπος αναπαράστασης προκάλεσε αρκετές αντιδράσεις και σκληρές κριτικές όταν παρουσιάστηκε το 1899 στην Καλλιτεχνική Έκθεση των Αθηνών, αντικατοπτρίζει τις ελπίδες του ζωγράφου για την αναγέννηση της ελληνικής κοινωνίας, προβάλοντας το ένδοξο παρελθόν με την προσδοκία ενός εξίσου λαμπρού μέλλοντος.
 

Βέβαια, αρκετά χρόνια νωρίτερα, την ίδια προσδοκία για την πρόοδο του ελληνισμού, που συνεπάγεται με την απελευθέρωση του πνεύματος από τα όποια δεσμά, την είχε καταθέσει ο Γύζης στο έργο του Το Κρυφό Σχολειό (1885-1886).
 

O Κωνσταντίνος Παρθένης αυτοπροτάθηκε ως ο εικαστικός σχολιαστής και υποστηρικτής των εκάστοτε πολιτικών εξελίξεων, έχοντας ως αποστολή την αφύπνιση του έθνους. Τα πρώτα έργα της σειράς Ευαγγελισμός, που φιλοτεχνήθηκαν μεταξύ 1907 και 1911, μαρτυρούν το όραμα του Παρθένη. Η σύζευξη αρχαιοελληνικών και χριστιανικών μορφών, αποτυπωμένες μέσα από μια νεωτεριστική παλέτα, εκφράζει τις θέσεις του ζωγράφου για το μέλλον της ελληνικής τέχνης και, σε μια δεύτερη ανάγνωση, για την ταυτότητα και πορεία του ελληνικού λαού. Ο ίδιος ο ζωγράφος δίνει μια ξεκάθαρη πολιτική ταυτότητα στο συγκεκριμένο έργο, όταν το 1924 δωρίζει στον πολιτικό και φίλο του Αλέξανδρο Παπαναστασίου ένα απ’αυτά, αναφέροντας πως πρόκειται για μια συμβολική πράξη για την επέτειο της 25ης Μαρτίου. Υποστηρικτής του Ελευθέριου Βενιζέλου όπως μαρτυρούν τα έργα του,  μεταξύ αυτών τα Αγία Σοφιά, Τη Υπερμάχω Στρατηγώ, Αιών Περκλέους-Αιών Βενιζέλου, Ανάστασις, Βενιζέλος-Νίκη-Στρατιώτης, συνεχίζει να καταγράφει την ιστορία του έθνους και μετά την απόσυρση του ηγέτη των φιλελευθέρων από την πολιτική σκηνή. Τα έργα  επόμενων ετών,όπως Μάχη του Ηρακλή με τις Αμαζόνες, Ο Χριστός στο όρος των Ελαιών, Η αποθέωση του Αθανάσιου Διάκου ( τρία έργα), οι προσωπογραφίες του βασιλιά Γεωργίου Β’, της πριγκίπισσας Φρειδερίκης, και του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος παρείχε υποστήριξη στον Παρθένη, αλλά και η αποδοχή του ζωγράφου να συμμετάσχει στο πρόγραμμα διακόσμησης του Δημαρχείου Αθηνών κατά την περίοδο 1939-1940, μαρτυρούν μια αμφιλεγόμενη πολιτική στάση και κυρίως το όραμα του καλλιτέχνη να αναδειχθεί σε  εθνική φωνή πολιτικής και κοινωνικής συνείδησης.
 

Στην καλλιτεχνική παραγωγή του Δημήτρη Μπισκίνη ανιχνεύεται, αν κι όχι σε τόσο έντονο βαθμό, η ίδια πρόθεση. Με έργα στα οποία παρατηρείται ο συνδυασμός αρχαιοελληνικών και χριστανικών στοιχείων, οπώς τα Αρχάγγελος-Ίριδα και Αθηνά-Παναγία  αλλά και με τα Σούλι και Ρήγας Βελεστινλής που αναφέρονται σε σελίδες και πρόσωπα της νεότερης ελληνικής ιστορίας, ο Μπισκίνης κινείται στην ίδια ιδεολογική γραμμή με τον Παρθένη.
 

Ο γλύπτης Θωμάς Θωμόπουλος, που μέσα από το έργο του προσέβλεπε στη δημιουργία μιας εθνικής τέχνης, δημιούργησε το άγαλμα του Χαρίλαου Τρικούπη, που άφησε το στίγμα του στην ιστορία του τόπου, τον οποίο και παρακολουθεί η μεγαλοπρεπής μορφή ενός αγγέλου Το σύμπλεγμα των δυο αυτών μορφών, συνοδευόμενες από τη ρήση «Η Ελλάς θέλη να ζήση και θα ζήση» που δεσπόζει ακόμα στο προαύλιο της Παλαιάς Βουλής φέρνει στη μνήμη το ρόλο του πολιτικού στην εγχώρια σκηνή  και τα όσα ακολούθησαν.

Ο Συμβολισμός εμφανίστηκε σε μια εποχή αναταράξεων και επαναπροσδιορισμών και κατάφερε μέσω των ιδεών που πρέσβευε να ταυτιστεί με τη μοίρα του ελληνισμού.





-Μαρία Αϊβαλιώτη, Ιστορικός της Τέχνης

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Danos Antonis, «Nikolaos Gyzis’s The Secret School and an Ongoing National Discourse», Nineteenth-Century Art Worldwide (www.19thc-artworldwide.org), autumn 2002, 
- Βακαλό Ελένη, Η φυσιογνωμία της μεταπολεμικής τέχνης στην Ελλάδα, τρίτος τόμος: Ο Μύθος της Ελληνικότητας, Αθήνα, Κέδρος, 1983. 
- Καλλιγάς Μαρίνος, Νικόλας Γύζης.Η ζωή και το έργο του, β έκδοση, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1995. 
- Κωτίδης Αντώνης, Μοντερνισμός και Παράδοση στην ελληνική τέχνη του μεσοπολέμου, Θεσσαλονίκη, 1993 
- Ματθιόπουλος Δ. Ευγένιος, Η Τέχνη πτεροφυεί εν οδύνη, Αθήνα, Εκδόσεις Ποταμός, 2005. - Ματθιόπουλος Δ. Ευγένιος, «4η Αυγούστου και Εικαστικές Τέχνες», Η Καθημερινή, 9-1-2005 
- Ματθιόπουλος Δ. Ευγένιος, , Κ. Παρθένης. Η Ζωή και το έργο του του Κωστή Παρθένη, Αθήνα, Κ. Αδάμ εκδοτική, 2008 
- Μισιρλή Νέλλη, Γύζης, Αθήνα, Εκδόσεις Αδάμ, 1996. - Μυκονιάτης Ηλίας, Νεοελληνική γλυπτική, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1996 
- Παρθένης-Γκίκας-Μόραλης-Τσαρούχης, κατ.εκθ, 13 οκτωβριου-15 νοεμβρίου 1995, Λευκωσία, Δημοτικό Κέντρο Τεχνών, Αθήνα, 1995. 
- Στεφανίδης Μάνος, Τα 100 χρόνια του Δ.Μπισκίνη και ο Συμβολισμός, Μουσείο Κοτοπούλη, Δήμος Ζωγράφου, 1991 
- Σχινά Αθηνά, Δημήτρης Μπισκίνης, 1891-1947, κατ.εκθ, 24 οκτωβρίου-30 νοεμβρίου 1991, Δημοτική Πινακοθήκη Πατρών, Δήμος Πάτρας, 1991

EDITO | Ο ρόλος και η επίδραση του Εικαστικού Επιμελητή

Ο γράφων, ως επιμελητής της έκθεσης
του ζωγράφου Μιχάλη Τσίνογλου
στην Myrό Gallery, τον Οκτώβριο του 2016,
στην διάρκεια του στησίματος,
φωτογραφημένος από τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
©Φωτογραφία: Μιχάλης Τσίνογλου,
All rights reserved, 2016.

Ο ρόλος του Επιμελητή και της εικαστικής επιμέλειας έχει παραμείνει σε ένα καθεστώς θολής αιώρησης στο κενό στην Ελλάδα σήμερα, με αποτέλεσμα πολλά να λέγονται, λίγα να γράφονται και σε πολλές ασυμφωνίες να οδηγούν. Συνεπώς σε αυτό το άρθρο θεωρώ άστοχο να ασχοληθώ με το τι είναι και τι δεν είναι Επιμέλεια -όπως άλλωστε θα ήταν εξίσου άστοχο να ασχοληθεί κάποιος με το τι είναι και τι δεν είναι Τέχνη. Θα ασχοληθώ με το τι μπορεί να κάνει ο Επιμελητής σήμερα και τι μπορεί να περιμένει καθένας από αυτόν στην Ελλάδα· διότι η αποτελεσματικότητα κάθε επαγγελματικής ενασχόλησης, δεν είναι διάφορη από τις δυνατότητες του ευρύτερου χώρου της  Τέχνης και την ωρίμανση του χρόνου που λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα.

Ορισμένως, ο ρόλος της Επιμέλειας είναι να φροντίζει για μια ορθή πρόσληψη του συνόλου του εννοιολογικού περιεχομένου μιας έκθεσης αδιαχώριστα μαζί με τις αισθητικές επιλογές και τα επιδραστικά στοιχεία που επιλέγει για τα έργα του ο καλλιτέχνης απευθυνόμενος στο κοινό του, ειδικό ή/και γενικό. Ο  ρόλος της Επιμέλειας μιας σειράς έργων περιλαμβάνει την Έκθεση και Τεκμηρίωση τους με στόχο την καλύτερη πρόσληψη τους από το γενικότερο, και όχι μόνο το στενοκέφαλα εννοούμενο σαν  “φιλότεχνο” κοινό. Σε αυτό το σημείο ο ρόλος του Επιμελητή είναι καίριος, καθώς ουσιαστικά χτίζει γέφυρες και εισάγει στην ουσία του έργου του καλλιτέχνη και των έργων που αποτελούν την Έκθεση τους θεατές του με το Επιμελητικό Κείμενο. Πέραν του Επιμελητικού Κειμένου,  σημαντική θεωρείται η Επιλογή Έργων που θα εκτεθούν και η Χωροθεσία των έργων Τέχνης στον δεδομένο χώρο της έκθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις το ύφος ή/και το περιεχόμενο έργων που έχουν παραχθεί την ίδια χρονική περίοδο δεν εντάσσονται αρμονικά σε μια σειρά έργων που δημιουργήθηκε την ίδια περίοδο, συνεπώς η έκθεση τους τείνει να αποπροσανατολίζει ή να αντιτίθεται στο “σώμα” της σειράς, οπότε η συνέκθεση με τα υπόλοιπα έργα κρίνεται από την Επιμελητή ότι θα συμβάλλει αρνητικά στην πρόσληψη των έργων του καλλιτέχνη· τότε τα συγκεκριμένα έργα αποβάλλονται από την ύλη της έκθεσης. Ακολουθεί η Χωροθεσία των έργων τέχνης. Στον αντίποδα, ο καλλιτέχνης βρίσκεται συχνά σε μειονεκτική θέση ως προς την χωροθέτηση της έκθεσης του για ψυχολογικούς λόγους που σχετίζονται με αυτό που ξέρει για τα έργα έναντι της πρόσληψης τους από έναν λιγότερο διαμεσολαβημένο θεατή. Επιπρόσθετα θεωρείται σημαντικό αφενός να περιοριστεί η “συνομιλία” των έργων με δομικά στοιχεία του χώρου, αφετέρου η παρουσίαση τους να είναι ισορροπημένη, και, συχνά, να εκφέρεται αρμονικά ως προς  την θέαση του.


Διαβάστε την συνέχεια ΕΔΩ