Friday, 12 October 2012

Η γυναίκα της Πάτρας στην "Αυλαία"

Η εξαιρετική παράσταση «Η γυναίκα της Πάτρας» που συγκλόνισε τους θεατές και ενθουσίασε τους κριτικούς με τη συγκλονιστική ερμηνεία της Ελένης Κοκκίδου ξανά στη Θεσσαλονίκη.

Πρόκειται για μια μοναδική σκηνική απόδοση των αφηγήσεων της ζωής της πόρνης Πανωραίας από τον ποιητή Γιώργο Χρονά. Ο ποιητής είχε κάνει ο ίδιος μια σειρά συνεντεύξεων στην Πανωραία τη δεκαετία του ’80 αποτυπώνοντας με μοναδικό τρόπο ένα ιδιαίτερο ανθρώπινο πλάσμα. Ένας παραληρηματικός μονόλογος μιας παθιασμένης, πονεμένης γυναίκας, που εξομολογείται τη ζωή της και μιλάει ανοιχτά και χωρίς φόβο για τον πόνο, τη βία, την ηδονή, την αγάπη, τον έρωτα. Ένα πλάσμα πληθωρικό που τραγουδάει, χορεύει, κλαίει, γελάει, θυμώνει, προκαλεί.

Μία τολμηρή, ανατρεπτική, εκρηκτική παράσταση.


Η γυναίκα της Πάτρας είναι η καταγραφή του Γιώργου Χρονά των συνεντεύξεων που έκανε σε μια διάσημη πόρνη της Πάτρας, την Πανωραία, η οποία άρχισε να εξασκεί το επάγγελμά της τη δεκαετία του ‘50. Η γυναίκα αυτή, άνοιξε την ψυχή της στον ποιητή Χρονά, στις αρχές του ‘80, όταν συναντήθηκαν στην Πάτρα και του διηγήθηκε την ζωή της. Μία ζωή ακραία, σκληρή, βίαιη, τρομαχτική, επικίνδυνη αλλά ταυτόχρονα γεμάτη πάθος, ορμή και ηδονή. Ο χειμαρρώδης λόγος της Πανωραίας μετατρέπει το κείμενο σε ποίηση. Η γλώσσα της απελευθερωμένης λαϊκής ψυχής που έχει ανάγκη να μιλήσει είναι η γλώσσα που δημιούργησε το δημοτικό, το σμυρναίικο και το ρεμπέτικο τραγούδι και η Πανωραία άθελά της συνθέτει μονολογώντας μία τέτοια «μουσική», ένα τραγούδι σπαραχτικό, άμεσο και αληθινό.

Ένας τέτοιος λόγος, λοιπόν, σε συνδυασμό με τη συγκλονιστική ιστορία αυτής της ανθρώπινης ύπαρξης, η οποία καθημερινά ακροβατεί μεταξύ ζωής και θανάτου, δεν μπορεί παρά να σε γοητεύσει και να σε συγκινήσει. Το θέατρο, ως μία τέχνη, που αρέσκεται στις «καταδύσεις», είναι το μόνο μέσο που είχαμε εμείς, ώστε να βγάλουμε ξανά στο φως αυτή τη γυναίκα και δίνοντάς της λίγη από την τέχνη του θεάτρου, να πάρουμε από εκείνη όλη την τέχνη της ζωής. Της αληθινής ζωής, αυτής που κάποιοι «εκλεκτοί» την βιώνουν πληρώνοντας με σάρκα και αίμα, για να μπορούμε εμείς από τον καναπέ μας να μορφωνόμαστε και να λεγόμαστε καμιά φορά και καλλιτέχνες. Η Πανωραία δεν ζει μία δυστυχισμένη ζωή, παρ' όλες τις δυστυχίες. Ζει μια ζωή που τη γεύεται ολόκληρη, την τραγουδάει, τη χορεύει, τη θρηνεί και την εξυμνεί, την εξαντλεί με όλη της την ύπαρξη και μέσα από το σκοτάδι ξαναβγαίνει στο φως με το χαμόγελο του νικητή. Ζει, ευγνωμονώντας τη ζωή που της χαρίστηκε, με μια ανάταση ανθρώπινη ( ή θεϊκή ) που ακυρώνει την οποιαδήποτε μιζέρια.

Εμείς, έπρεπε από το μηδέν, όχι να μεταφέρουμε το βιβλίο στη σκηνή, αλλά να δημιουργήσουμε από την αρχή την ιστορία, με τον δικό μας θεατρικό κώδικα, και πάνω από όλα με το σώμα και την φωνή της ηθοποιού, προσθέτοντας στην Πανωραία τα χαρακτηρίστηκα και την ψυχή της Ελένης Κοκκίδου, το γέλιο το δικό της, την ομιλία της, την εμπειρία της. Ακριβώς επειδή κάνουμε θέατρο -και αυτό σημαίνει ότι μεταγράφουμε τις ιστορίες, τις σχολιάζουμε, επιλέγουμε σε πιο σημείο θα βάλουμε τον μεγεθυντικό μας φακό και για πόση ώρα-, κάνουμε δικό μας μοντάζ, φτιάχνουμε την δική μας παρτιτούρα, μιλάμε με την δική μας γλώσσα. Το ζητούμενο για μας στο θέατρο είναι η ελευθερία του ανθρώπου που βρίσκεται στο φως και ερμηνεύει. Να οδηγείται από την παράσταση σ' αυτό που εκείνος ευχαριστιέται να λέει και να κάνει. Στην παράσταση μας, θέλουμε αυτή η γυναίκα να υπάρξει πάνω στη σκηνή, όχι μόνο να αφηγηθεί την ζωή της, αλλά να ζωντανέψει στο τώρα, σαν να μπήκε για μία ώρα μέσα στο θέατρο, σαν να μπήκε από τον δρόμο μέσα στο θέατρο για να μιλήσει στο κοινό, και να βιώσει ξανά κάποιες μνήμες της μπροστά στα μάτια μας.

 Η Πανωραία δεν είναι πουτάνα, είναι πάνω απ όλα γυναίκα, άνθρωπος. Έχει ερωτευτεί κι έχει πονέσει όπως όλοι μας, μας διδάσκει ότι πουτάνες είμαστε κι εμείς που είμαστε «καθώς πρέπει». Το επάγγελμα σου το αγαπάς και πολύ συχνά το «πουλάς'» είτε για να επιβιώσεις, είτε για να αναγνωριστείς, ακριβώς όπως κάνουμε κι εμείς στην δουλειά μας. Προσπαθούμε στην παράστασή μας να μιλήσουμε για τους εαυτούς μας, όπως άλλωστε σε κάθε παράσταση. Έχουμε στα χέρια μας ένα κείμενο που μας επιτρέπει να μπούμε μέσα σ' αυτό το σπίτι με το κόκκινο φως, που πάντα για κάποιο λόγο μας γοητεύει και μας κινεί την περιέργεια, αλλά ποτέ δεν μπαίνουμε.

Ταυτότητα της παράστασης
Συγγραφέας: Γιώργος Χρονάς
Σκηνοθεσία: Λένα Κιτσοπούλου
Σκηνικά – Κοστούμια: Τατιάνα Σουχορούκωφ
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Φωτογραφίες: Γιώργος Καβαλλιεράκης

Ερμηνεύει η Ελένη Κοκκίδου
Συμμετέχει ο Στέλιος Χατζηαδαμίδης

Παραγωγή: Θέατρο Σοφούλη


Πληροφορίες της παράστασης
Πρεμιέρα: Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012
Χώρος: Θέατρο Αυλαία

TETAΡΤΗ-ΠΕΜΠΤΗ- ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ-ΣΑΒΒΑΤΟ στις 21.00  ΚΥΡΙΑΚΗ 20.00

EDITO Οκτωβρίου 2016 | Το Αύριο και το Σήμερα της Τέχνης στην Ελλάδα

Γιώργος Καραφωτιάς, Άτιτλος πίνακας, Λάδι σε καμβά.
H Ελλάδα παρουσιάζει πλέον σημαντικό καλλιτεχνικό δυναμικό στις εικαστικές τέχνες, το οποίο δυστυχώς παραμένει υποπροβεβλημένο, σε σύγκριση με άλλα είδη καλλιτεχνικής παραγωγής. Συν τω χρόνω οι νέοι Έλληνες καλλιτέχνες διαμορφώνουν αυτό που ονομάζουμε νέα Ελληνική εικαστική ταυτότητα. Το ζήτημα τώρα είναι η επαρκής υποστήριξη της. Μέσα σε μια εξαιρετικά μικρή και καθόλου αναπτυγμένη αγορά, οι νέοι έλληνες εικαστικοί  καλλιτέχνες συχνά ασφυκτιούν.

- "Κρίση",  θα πείτε και θα γυρίσετε στο άλλο πλευρό. Εδώ όμως θα έχετε κάνει μεγάλο λάθος, και ο ύπνος σας δεν πρέπει να είναι καθόλου γαλήνιος, διότι σύντομα θα αντικρύσετε μία στείρα έρημο, και, το χειρότερο είναι, πως δεν θα πρόκειται για έναν εφιάλτη, αλλά για μια πραγματικότητα χωρίς προηγούμενο. Μάλιστα, αυτό το ενδεχόμενο καθίσταται πιο τραγικό, αν αναλογιστείτε  την ποιοτική αναβάθμιση των νεότερων Ελλήνων καλλιτεχνών. Σε αυτή έχουν συμβάλει τόσο οι Σχολές Καλών Τεχνών της χώρας, και νεότεροι σε ηλικία καθηγητές που είναι μέλη ΔΕΠ και διαδάσκοντες, όσο και ιδιωτικά ιδρύματα με σημαντική δράση με υποτροφίες και προγράμματα, που βελτίωσαν θεαματικά τις "παραστάσεις", το γνωσιακό και το εμπειρικό επίπεδο των νέων Ελλήνων καλλιτεχνών.

Μόλις όμως οι σπουδές ολοκληρωθούν, ο νέος Έλληνας εικαστικός καλλιτέχνης έχει να αντιμετωπίσει μία ζοφερή πραγματικότητα. Ο χώρος της τέχνης στην Ελλάδα δεν έχει τους μηχανισμούς να προβάλλει νέο και μη ήδη εγκαθιδρυμένο περιεχόμενο από την πρώτη δεκαετία της χιλιετίας και εξής. Οι ελάχιστες χιλιάδες αποδεδειγμένοι φιλότεχνοι, και οι λίγες εκατοντάδες μικρότεροι ή μεγαλύτεροι, πλην όμως σοβαροί συλλέκτες, δεν επαρκούν για να συντηρήσουν, πόρρω δε μάλλον, για να αναπτύξουν την εγχώρια αγορά. Αυτό που προβάλλεται ως εκλεκτικισμός από πολλούς, είναι πρόφαση εν αμαρτίαις και όχι επιλογή: η κεντρική σκηνή της Τέχνης στην Ελλάδα δεν έχει ισχυρό έρεισμα σε "λίγους και καλούς", αλλά  μικρή αποδοχή από όλους. Ελθούσης της κρίσης η αγορά δεν στέναξε, διότι δεν πρόλαβε ούτε στεναγμό να βγάλει! Άλλωστε, ήταν ήδη ημιθανής χτυπημένη από την διεθνοποίηση των αγορών, την αυξημένη προσβασιμότητα όσων πραγματικά αναζητούν και συλλέγουν τέχνη σε πηγές στο εξωτερικό, και βρίσκουν πληροφορίες στο διαδίκτυο. Εδώ και 5-7 χρόνια είναι πανεύκολο να εντοπίσεις εκλεκτή τέχνη στο Facebook, στην πλατφόρμα Saatchi, στο Behance Network ή/και αλλού, να μάθεις και να κανονίσεις την επίσκεψη σου στις μεγαλύτερες Art Fairs του  κόσμου, να αποκτήσεις τέχνη είτε για ευχαρίστηση, είτε ως επενδυτικό αγαθό, ορθολογικά τεκμηριωμένη και επαρκώς πιστοποιημένη.

Διαβάστε την συνέχεια ΕΔΩ.