Tuesday, 3 April 2012

Παναγιώτης Μπερεδήμας :: Σε μόνιμη αναζήτηση του "δρόμου προς τις μούσες"


Η ενδιαφέρουσα πορεία του εικαστικού Παναγιώτη Μπερεδήμα διακρίνεται στα έργα του, στις ζωντανές αφηγήσεις του και αντικατοπτρίζεται στην πορεία του. Αν και λέγεται ότι η καλύτερη μαρτυρία για την ουσία της τέχνης βρίσκεται στα ίδια τα έργα κάθε δημιουργού, η συνέντευξη που παραχώρησε στο Arts & Antiques ρίχνει φως σε πολλές προσωπικές πτυχές της πορείας του, και οδήγησε σε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση σχετικά με τον ρόλο της Τέχνης στον τομέα της Παιδείας στην Ελλάδα.

Α&Α: Πότε & με ποια αφορμή αρχίσατε να ζωγραφίζετε;
Γιατί δεν μπορούσα ακόμη να γράψω, στα 4 μου, όπως όλα τα παιδιά άλλωστε. Όμως τα πρώτα σοβαρά μαθήματα σχεδίου τα πήρα από τον παππού μου, τον εκκλησιαστικό ξυλογλύπτη μαστρο-Γιώργη Χασάπη. Αυτός είχε την ατυχία να ορφανέψει μικρός, αλλά και την τύχη να μαθητεύσει, ως εκ τούτου, κοντά στον ζωγράφο Κώστα Μαλέα στο εργαστηριάκι ζωγραφικής του Παπάφειου Ορφανοτροφείου Θεσσαλονίκης από το 1914 ως το 17. Φίλος του «Αλέξη του Ρώσου» (A.Barkof) και μέλος των καλλιτεχνικών συλλόγων «Πολύγνωτος-Παιόνιος»και των «Μοναστηριωτών» παλιότερα, υπήρξε για μένα ο μέντοράς μου στην τέχνη. Το δώρο που μου έκανε στα 16α γενέθλια μου, ένα δίτομο λεύκωμα με όλα τα μέχρι τότε καταγραμμένα σχέδια και χαρακτικά του Ρέμπραντ, από τις εκδόσεις Dover, σημάδεψε οριστικά την μετέπειτα ζωή μου. Οι κυριακάτικες συγκεντρώσεις των καλλιτεχνών φίλων του στο σπίτι μας, στις Συκιές που τότε ήταν κάτι σαν εξοχή, ήταν επίσης καθοριστικές. Αργότερα στα τέλη του 70 έτυχε, στο μεν σχολείο να έχω δάσκαλο σχεδίου τον Τόλη Σαμαρά που δούλεψα σαν βοηθός στο εργαστήρι του λίγο καιρό και από την άλλη μεριά να με προετοιμάσει για την ΑΣΚΤ η μαθήτρια του Μόραλη η Ναταλία Θωμαίδη. Ο Ντ. Χριστιανόπουλος μου πρότεινε να συνεργαστούμε όταν ακόμα ήμουν υποψήφιος. Στην «Μικρή Διαγώνιο» γνώρισα τους μετέπειτα συμφοιτητές και φίλους, τον Μιχάλη Μανουσάκη και τον Διονύση Αναστασιάδη, όταν πέρασα στην ΑΣΚΤ το ‘81.

Α&Α: Εγκαταλείψατε λοιπόν την Θεσσαλονίκη τότε;
Δεν ήταν επιλογή μου, αφού στην Θεσσαλονίκη υπήρχαν ελάχιστα πράγματα να δει ένας υποψήφιος καλλιτέχνης και φυσικά δεν υπήρχε υποστηρικτικό περιβάλλον για αυτόν. Εκτός από την «Διαγώνιο» και τον «Κοχλία» του Κ.Λαχά δεν υπήρχαν παρά οι περιοδικές εμπορικές εκθέσεις σε ξενοδοχεία της πόλης σαν το «Ηλέκτρα Παλλάς», όπου μπορούσα να δω αληθινή ζωγραφική. Το κλείσιμο της Διαγωνίου, όπου έκανα και την πρώτη μου ατομική έκθεση το ‘93 στη Θεσσαλονίκη και η απόσυρση του Χριστιανόπουλου ήταν η κυριότερη αιτία και της δικής μου απόσυρσης μου από τα δρώμενα της Θεσσαλονίκης, παρά τις σποραδικές συμμετοχές σε διάφορες ομαδικές εκθέσεις.

Α&Α: Ζωγραφίζετε πάντα παραστατικά & δυσδιάστατα, η εμπειρία από την Ανεικονική και Εννοιολογική τέχνη του καιρού να μοιάζει σα να μην σας άγγιξε...
Εκτος από κάποια φοιτητικά πειράματα, δεν ασχολήθηκα ποτέ με ζωγραφική έξω από τις δύο μετρήσιμες διαστάσεις και τις σχέσεις των χρωμάτων και των σχημάτων μεταξύ τους. Τώρα καταλαβαίνω, ότι δεν είχα καιρό να ασχοληθώ με κάτι άλλο, αφού αυτά είναι ήδη πάρα πολλά εργαλεία για να απεικονιστεί οτιδήποτε. Όχι μόνο η τρίτη διάσταση το φως και η σκιά αλλά και οι ήχοι τα αρώματα και η διάθεση μπορεί να περιγραφεί σχεδόν απόλυτα έτσι, ακόμα και το άρωμα του μοντέλου ή και το τιτίβισμα των πουλιών έξω από ένα ανοικτό παράθυρο. Αν φαίνονται υπερβολικά ή ρομαντικά αυτά που λέω παρατήρησε τα έργα του Ματίς και του Μπουζιάνη ζωγράφων φαινομενικά με τόσο διαφορετικά εκφραστικά μέσα…Το αν τελικά συντίθεται με αυτά τα μέσα η εικόνα και του δικού μου μοντέλου αυτό, είναι μάλλον συμπτωματικό, αφού η αναπαραγωγή της εικόνας δεν είναι ο μοναδικός μου στόχος. Δεν βλέπουμε όλοι με τον ίδιο τρόπο ούτε αντιλαμβανόμαστε τις εικόνες και τις έννοιες το ίδιο. Δεν υπάρχει «Δημόσιος δρόμος προς τις Μούσες» είχε πει ο Ε.Πάουντ στο ξεκίνημα του 20ου αιώνα. Καθένας μας προσλαμβάνει αυτό που είναι ήδη έτοιμος να δεχθεί. Τον ίδιο καιρό πάνω κάτω έγινε συνειδητό και το αξίωμα που πάνω σε αυτό βασίστηκε όλη η ιδέα της Μαζικής Κουλτούρας: «Βλέπω αυτό που θέλω να δώ και θέλω να βλέπω αυτό που έχω μάθει να βλέπω». Ο θεσμός του γκαλερίστα και του εμπόρου Τέχνης εμφανίζεται το ίδιο διάστημα. Το ίδιο και του διαφημιστή. Δεν είναι αρκετά αυτά όλα για να οδηγήσουν έναν νέο καλλιτέχνη «έξω απ το μαντρί»; Όπως η ανακάλυψη της φωτογραφίας συνετέλεσε στην απελευθέρωση της ζωγραφικής από τα δεσμά της ομοιότητας έτσι η τερατώδης ανάπτυξη της τεχνολογίας των πολυμέσων και του ψηφιακού κόσμου κάνει αναγκαστική σχεδόν την επιστροφή του καλλιτέχνη στην προσωπική εικόνα γραφή και έκφραση. Είναι κάτι σαν το νήμα στον Λαβύρινθο της μηχανικής εικόνας και της αδιαφορίας.

Α&Α: Γνωρίζοντας την εμπλοκή σας στην Μέση Εκπαίδευση δεν μπορεί κανείς παρά να υποκύψει στον πειρασμό να σας ρωτήσει για την θέση της Τέχνης στο ελληνικό σχολείο...
Στο ελληνικό δημόσιο σχολείο του ‘60 που έζησα η καλλιτεχνική εκπαίδευση ήταν κάτι σαν «Terra Ingognita» παρά την μακροχρόνια προσπάθεια των Δελμούζου-Μαλέα-Τριανταφυλίδη, Δ. Γλυνού και Ζ.Παπαντωνίου. Φυσικά δεν θέλω να υποβαθμίσω εδώ και τις αντίστοιχες των Π.Δέλτα, Κ.Βάρναλη, Ι.Δραγούμη, Λασκαρίδηδων και Καζαντζάκηδων και ούτε ακόμα αγνοώ τις σχετικές προσπάθειες του Όθωνα και των Βαυαρών του.

Α&Α: Γιατί λοιπόν αυτός ο παραμερισμός της διδασκαλίας της Τέχνης στην εξέλιξη του Ελληνικού σχολείου...
“Για τον ίδιο ακριβώς λόγο που η Ελλάδα βρίσκεται σε αυτή την δημοσιονομική και οικονομική κατάσταση σήμερα. Απλούστατα ότι έφτιαχναν οι ονειροπόλοι Δάσκαλοι και καλλιτέχνες το εκμεταλλευόταν πελατειακά οι πολιτικοί. Ακόμη και ο πατέρας της Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης, ο Ι. Τσιριμώκος υπέπεσε στο «αμάρτημα» αυτό. Η Τέχνη όχι μόνο στο σχολείο, χρησιμοποιήθηκε σαν προπαγανδιστικό εργαλείο από τους δικτάτορες Πάγκαλο και Μεταξά. Ο καθηγητής του Π.Κρήτης Ευγένιος Ματθιόπουλος στην διδ.διατριβή του έχει γράψει σχετικά με τις προθέσεις τους όπως και τις απαιτήσεις του συνταγματάρχη Φεσόπουλου-δημιουργού της ΚΥΠ- από τους καλλιτέχνες του συντηρητικού Συλλόγου Ελλήνων Καλλιτεχνών στα χρόνια του Μεσοπολέμου. Παρ όλα αυτά σημαντικοί έλληνες καλλιτέχνες, αριστεροί κυρίως και μαθητές του Κεφαληνού, εικονογραφούσαν από το 1917 μέχρι σχεδόν το 1980 τα σχολικά αλφαβητάρια. Βέβαια η συμβολή των Π.Πρεβελάκη και Γρυπάρη στην δημόσια ζωή της χώρας, υπήρξε καθοριστική και εξηγεί έτσι το παράδοξο του φαινόμενου. Σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι πολιτικοί ηγέτες, ευτυχώς ή δυστυχώς ΔΕΝ ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με την καλλιτεχνική εκπαίδευση μέχρι τα χρόνια της πρωθυπουργίας του Γ.Ράλλη και του φίλου του και πρώτου σχολικού συμβούλου του κλάδου καλλιτεχνικών, του Γ.Μουζάκη”.



CV
Ο συνεργάτης της γκαλερί Myrό Παναγιώτης Μ. Μπερεδήμας,  γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1959. Μετά από σπουδές «Σχεδιασμού Εσωτερικών χώρων» το 1981, γίνεται δεκτός με υποτροφία του Ι.Κ.Υ στο Προκαταρκτικό εργαστήριο της Α.Σ.Κ.Τ., του καθηγητή Δ. Μυταρά, σπουδάζει στην ΑΣΚΤ στο εργαστήριο του Γιάννη Μόραλη, του Δ. Μυταρά και του Ντίνου Ξυνόπουλου. Παράλληλα με τις σπουδές του εργάζεται σαν βοηθός στην εκτέλεση τοιχογραφιών με τους Κ. Γεωργακόπουλο και Π. Σάμιο και σαν κατασκευαστής σκηνικών και ενδυμάτων με τον Γιάννη Τσαρούχη. Το 1989 λαμβάνει με τριετή Μεταπτυχιακή Υποτροφία και επιβλέποντα καθηγητή τον Δημήτρη Μυταρά για να μελετήσει την «Νεότερη Ελληνική τοπιογραφία, 19ος-20ος αι. Μία συγκριτική μελέτη της Νεότερης Ελληνικής Ζωγραφικής», ενώ το 1999 ξεκινά την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής με θέμα: «Το παιδικό σχολικό βιβλίο ως αντικείμενο - έργο Τέχνης. Συνεργάτης της 3ης Εφορίας Νεότερων Μνημείων Δωδεκανήσου, έχει εργαστεί ως συντηρητής -αποκαταστάτης τοιχογραφικού διακόσμου Νεοκλασικών κτηρίων για τις Τεχνικές υπηρεσίες της Ιονικής Τράπεζας, της AlphaBank, του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος και των Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Ροδίων, γράφει τακτικά στο περιοδικό «Εικαστική Παιδεία» και σε αφιερώματα περιοδικών όπως το ΒΗΜΑgazino για θέματα που αφορούν τις εικονογραφήσεις των Ελληνικών σχολικών βιβλίων από επώνυμους καλλιτέχνες, δίδαξε «Εικονογράφηση Βιβλίου» και «Ιστορία της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης» στο Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών στο Παν/μιο Δυτ.Μακεδονίας. Είναι συνεργάτης του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου-Νέο Σχολείο και είναι Σύμβουλος Πολιτισμού –Καλλιτεχνικών Μαθημάτων του υπουργείου Παιδείας.

EDITO | Ο ρόλος και η επίδραση του Εικαστικού Επιμελητή

Ο γράφων, ως επιμελητής της έκθεσης
του ζωγράφου Μιχάλη Τσίνογλου
στην Myrό Gallery, τον Οκτώβριο του 2016,
στην διάρκεια του στησίματος,
φωτογραφημένος από τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
©Φωτογραφία: Μιχάλης Τσίνογλου,
All rights reserved, 2016.

Ο ρόλος του Επιμελητή και της εικαστικής επιμέλειας έχει παραμείνει σε ένα καθεστώς θολής αιώρησης στο κενό στην Ελλάδα σήμερα, με αποτέλεσμα πολλά να λέγονται, λίγα να γράφονται και σε πολλές ασυμφωνίες να οδηγούν. Συνεπώς σε αυτό το άρθρο θεωρώ άστοχο να ασχοληθώ με το τι είναι και τι δεν είναι Επιμέλεια -όπως άλλωστε θα ήταν εξίσου άστοχο να ασχοληθεί κάποιος με το τι είναι και τι δεν είναι Τέχνη. Θα ασχοληθώ με το τι μπορεί να κάνει ο Επιμελητής σήμερα και τι μπορεί να περιμένει καθένας από αυτόν στην Ελλάδα· διότι η αποτελεσματικότητα κάθε επαγγελματικής ενασχόλησης, δεν είναι διάφορη από τις δυνατότητες του ευρύτερου χώρου της  Τέχνης και την ωρίμανση του χρόνου που λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα.

Ορισμένως, ο ρόλος της Επιμέλειας είναι να φροντίζει για μια ορθή πρόσληψη του συνόλου του εννοιολογικού περιεχομένου μιας έκθεσης αδιαχώριστα μαζί με τις αισθητικές επιλογές και τα επιδραστικά στοιχεία που επιλέγει για τα έργα του ο καλλιτέχνης απευθυνόμενος στο κοινό του, ειδικό ή/και γενικό. Ο  ρόλος της Επιμέλειας μιας σειράς έργων περιλαμβάνει την Έκθεση και Τεκμηρίωση τους με στόχο την καλύτερη πρόσληψη τους από το γενικότερο, και όχι μόνο το στενοκέφαλα εννοούμενο σαν  “φιλότεχνο” κοινό. Σε αυτό το σημείο ο ρόλος του Επιμελητή είναι καίριος, καθώς ουσιαστικά χτίζει γέφυρες και εισάγει στην ουσία του έργου του καλλιτέχνη και των έργων που αποτελούν την Έκθεση τους θεατές του με το Επιμελητικό Κείμενο. Πέραν του Επιμελητικού Κειμένου,  σημαντική θεωρείται η Επιλογή Έργων που θα εκτεθούν και η Χωροθεσία των έργων Τέχνης στον δεδομένο χώρο της έκθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις το ύφος ή/και το περιεχόμενο έργων που έχουν παραχθεί την ίδια χρονική περίοδο δεν εντάσσονται αρμονικά σε μια σειρά έργων που δημιουργήθηκε την ίδια περίοδο, συνεπώς η έκθεση τους τείνει να αποπροσανατολίζει ή να αντιτίθεται στο “σώμα” της σειράς, οπότε η συνέκθεση με τα υπόλοιπα έργα κρίνεται από την Επιμελητή ότι θα συμβάλλει αρνητικά στην πρόσληψη των έργων του καλλιτέχνη· τότε τα συγκεκριμένα έργα αποβάλλονται από την ύλη της έκθεσης. Ακολουθεί η Χωροθεσία των έργων τέχνης. Στον αντίποδα, ο καλλιτέχνης βρίσκεται συχνά σε μειονεκτική θέση ως προς την χωροθέτηση της έκθεσης του για ψυχολογικούς λόγους που σχετίζονται με αυτό που ξέρει για τα έργα έναντι της πρόσληψης τους από έναν λιγότερο διαμεσολαβημένο θεατή. Επιπρόσθετα θεωρείται σημαντικό αφενός να περιοριστεί η “συνομιλία” των έργων με δομικά στοιχεία του χώρου, αφετέρου η παρουσίαση τους να είναι ισορροπημένη, και, συχνά, να εκφέρεται αρμονικά ως προς  την θέαση του.


Διαβάστε την συνέχεια ΕΔΩ