Thursday, 5 April 2012

Πορτρέτα Φαγιούμ: Τέχνη ηλικίας 2000 ετών






Πρόσφατα, στην γκαλερί Myrό εκτέθηκε μία σειρά από Φαγιούμ πορτρέτα που δημιούργησε το 2010 ο Λάζαρος Πάντος, ένας τους λίγους σύγχρονους ζωγράφους στην Ελλάδα που ασχολήθηκε με συνέπεια με τα Φαγιούμ -αρχικά μέσω σχετικής εργασίας του στο Μουσείο του Καΐρου, όπου συνέγραψε και διδακτορικό για την ιστορία τους, και ζωγράφισε με την παραδοσιακή μέθοδο της Εγκαυστικής για πρώτη φορά, μέχρι τα πρόσφατα έτη που παρήγαγε μια σειρά έργων βασισμένων σε πραγματικά Φαγιούμ πορτρέτα που ανήκουν στην συλλογή του Μουσείου Μπενάκη, τα αμέσως προηγούμενα χρόνια. Η έκθεση μας έδωσε την ιδέα πως αξίζει να ρίξουμε μια συνοπτική ματιά στα μυστηριώδη, ιδιαίτερα εκφραστικά αυτά πορτραίτα, την καταγωγή, την ιστορία και την τεχνική τους.

Με τον όρο πορτραίτα Φαγιούμ εννοείται το σώμα των προσωπογραφιών που φιλοτεχνήθηκαν από τον 1ο έως τον 3ο αιώνα από συνεχιστές της ύστερης ελληνιστικής παράδοσης της Αλεξανδρινής Σχολής και διασώθηκαν ως τη σημερινή εποχή. Τα πορτραίτα ανακάλυψε και ανέφερε πρώτος ο ιταλός περιηγητής Πιέτρο ντελα Βάλλε το 1615 (Pietro Della Valle). Πρόκειται για νεκρικά πορτραίτα, προορισμένα για ταφική χρήση, που πήραν το όνομά τους από την όαση Φαγιούμ, στην οποία ανακαλύφθηκαν τα πρώτα από αυτά. Εκτεταμένες αρχαιολογικές ανασκαφές που διεξήχθησαν από αγγλικές και γαλλικές αποστολές στις αρχές του 19ου αιώνα έφεραν στο φως περισσότερες προσωπογραφίες. Το 1887, κάτοικοι της περιοχής κοντά στο ελ-Ρουμπαγιάτ ανακάλυψαν και ανέσκαψαν ταριχευμένα σώματα με προσωπογραφίες στη θέση της κεφαλής. Τα συγκεκριμένα έργα αγόρασε ο Θίοντορ Γκραφ (1840–1903), αυστριακός επιχειρηματίας και τα παρουσίασε σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις και τη Νέα Υόρκη, κινώντας το ενδιαφέρον των ενασχολούμενων με τις εικαστικές τέχνες. Στην Ελλάδα η μεγαλύτερη -ίσως και η μοναδική- συλλογή Φαγιούμ πορτραίτων ανήκει στο Μουσείο Μπενάκη.

Τα εν λόγω πορτρέτα θεωρούνται ο σπασμένος κρίκος στην ιστορία της ζωγραφικής, μεταξύ της ζωγραφικής της αρχαίας Ελλάδας και της ελληνιστικής περιόδου, εξ ου και με το ζήτημα έχουν ασχοληθεί σσειρά από επιφανείς μελετητές της ελληνικής αρχαιότητας. Αν σε ερευνητικό επίπεδο η ανακάλυψη τους επηρέασε η αρχαιολογική και αρχαιο-ανθρωπολογική έρευνα από την ανακάλυψη τους, είναι παραπανω από βέβαιο ότι μερικοί από τους σημαντικότερους έλληνες ζωγράφους -ιδίως της λεγόμενης “γενιάς του ‘30” (δηλαδή της γενιάς των Δ. Πικιώνη, Φ. Κόντογλου, Ν. Χατζηκυριάκου Γκίκα, Ν. Νικολάου, Ν. Εγγονόπουλου, Γ. Τσαρούχη, Γ. Μόραλη, κλπ.)- στην ζωγραφική έδρασε καταλυτικά. Μέχρι στιγμής έχουν δει το φως περισσότερα από 1.000 πορτρέτα του Φαγιούμ, τα οποία ανήκουν σε συλλογές μουσείων και ιδιωτών. Αν και περισσότερα προέρχονται από την περιοχή του Φαγιούμ, μια περιοχή της αρχαίας Αιγύπτου που ξεκινούσε 60 χιλιόμετρα νοτίως του Καΐρου, στη δυτική όχθη του Νείλου. Στα αρχαία χρόνια, η περιοχή του Φαγιούμ ονομαζόταν «ο κήπος της Αιγύπτου» για την οργιαστική βλάστησή της. Ήταν μια πλούσια κοιλάδα που φάνταζε σαν όαση στη σιωπή της απέραντης ερήμου. Στο κέντρο της κοιλάδας που θυμίζει μια φυσική λεκάνη βρισκόταν η λίμνη Μοίριδα. Πολλές πόλεις ανθούσαν στην περιοχή, στις παρυφές των λόφων, και εκεί κοντά οι άνθρωποι συνήθιζαν να θάβουν τους νεκρούς τους, από τον 19ο αιώνα π.Χ., όταν ο Φαραώ Αμενεμχάτ Γ’ έκτισε την πυραμίδα του στη Χαουάρα του Φαγιούμ και άνοιξε κανάλια προσπαθώντας να ελέγξει τη ροή των νερών για να προστατεύσει την κοιλάδα από τις πλημμύρες, χωρίς επιτυχία. Οι πολεις εγκαταλείφθηκαν, για να γνωρίσουν άνθηση και πάλι τα ελληνιστικά χρόνια, επί του Πτολεμαίου Β’ του επονομαζόμενου «»Φιλαδελφού». Ο βασιλιάς αυτός ονόμασε μια πόλη που έκτισε εκεί Φιλαδέλφεια. Η κοιλάδα εξακολουθούσε να είναι εύφορη και στη νέα πόλη κατοίκησαν εγκαθιδρύοντας ειρηνικές σχέσεις μεταξύ τους Ελληνες, Σύριοι, Ρωμαίοι, Νούβιοι και Εβραίοι. η επίσημη γλώσσα βεβαίως ήταν τα ελληνικά και μια σειρά από συνήθειες θύμιζαν την Μεγάλη Ελλάδα, ωστόσο τα περισσότερα μέλη της κοινότητας συνέχιζαν να λατρεύουν τους Αιγυπτίους θεούς και να διατηρούν τις παραδόσεις, πολλές από τις οποίες αναβίωσαν ως «τοπικές».Εικάζεται ότι μία εξ αυτών ήταν η ταφή των νεκρών με ένα πορτρέτο «Φαγιούμ». Το κατά πόσον αυτά τα πορτραίτα έφεραν τυποιημένα στοιχεία της πρώτης εποχής τους (19ος π.Χ.), πέρα από τις καταφανείς ελληνιστικές επιρροές τους, μέλλεται να αποφασιστεί.

Η εγκαυστική ζωγραφική, ονομάζεται και «ζωγραφική με ζεστό κερί», είναι η δημιουργία ζωγραφικών έργων με τη χρήση θερμασμένου κεριού στο οποίο έχει προστεθεί χρωστική ουσία. Το υλικό αυτό, στην υγρή ή στην πιο συμπυκνωμένη μορφή του (πάστα), απλώνεται στη επιφάνεια, συνήθως ξύλινη αλλά και σε καμβά ή άλλα υλικά. Η απλούστερη μίξη στη εγκαυστική μπορεί να γίνει προσθέτοντας χρώμα σκόνης σε κερί μέλισσας. Υπάρχουν και άλλες συνταγές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν, κάποιες από τις οποίες περιλαμβάνουν και άλλα είδη κεριού, ρητίνη Δαμάρεως, λινέλαιο ή άλλα συστατικά. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί με αγνό χρώμα σκόνης ή σε μίγματα με χρώματα λαδιού ή άλλες χρωστικές. Μεταλλικά εργαλεία ή ειδικά πινέλα χρησιμοποιούνται για να σχηματίσουν το χρωματικό μείγμα πριν αυτό κρυώσει.

-Πάρης Καπράλος



Σημείωση: Όλες οι εικόνες είναι έργα 
του Λ. Πάντου, πιστά αντίγραφα πραγματικών Φαγιούμ, 
που έχουν δημιουργηθεί με παραδοσιακή εγκαυστική.

EDITO Οκτωβρίου 2016 | Το Αύριο και το Σήμερα της Τέχνης στην Ελλάδα

Γιώργος Καραφωτιάς, Άτιτλος πίνακας, Λάδι σε καμβά.
H Ελλάδα παρουσιάζει πλέον σημαντικό καλλιτεχνικό δυναμικό στις εικαστικές τέχνες, το οποίο δυστυχώς παραμένει υποπροβεβλημένο, σε σύγκριση με άλλα είδη καλλιτεχνικής παραγωγής. Συν τω χρόνω οι νέοι Έλληνες καλλιτέχνες διαμορφώνουν αυτό που ονομάζουμε νέα Ελληνική εικαστική ταυτότητα. Το ζήτημα τώρα είναι η επαρκής υποστήριξη της. Μέσα σε μια εξαιρετικά μικρή και καθόλου αναπτυγμένη αγορά, οι νέοι έλληνες εικαστικοί  καλλιτέχνες συχνά ασφυκτιούν.

- "Κρίση",  θα πείτε και θα γυρίσετε στο άλλο πλευρό. Εδώ όμως θα έχετε κάνει μεγάλο λάθος, και ο ύπνος σας δεν πρέπει να είναι καθόλου γαλήνιος, διότι σύντομα θα αντικρύσετε μία στείρα έρημο, και, το χειρότερο είναι, πως δεν θα πρόκειται για έναν εφιάλτη, αλλά για μια πραγματικότητα χωρίς προηγούμενο. Μάλιστα, αυτό το ενδεχόμενο καθίσταται πιο τραγικό, αν αναλογιστείτε  την ποιοτική αναβάθμιση των νεότερων Ελλήνων καλλιτεχνών. Σε αυτή έχουν συμβάλει τόσο οι Σχολές Καλών Τεχνών της χώρας, και νεότεροι σε ηλικία καθηγητές που είναι μέλη ΔΕΠ και διαδάσκοντες, όσο και ιδιωτικά ιδρύματα με σημαντική δράση με υποτροφίες και προγράμματα, που βελτίωσαν θεαματικά τις "παραστάσεις", το γνωσιακό και το εμπειρικό επίπεδο των νέων Ελλήνων καλλιτεχνών.

Μόλις όμως οι σπουδές ολοκληρωθούν, ο νέος Έλληνας εικαστικός καλλιτέχνης έχει να αντιμετωπίσει μία ζοφερή πραγματικότητα. Ο χώρος της τέχνης στην Ελλάδα δεν έχει τους μηχανισμούς να προβάλλει νέο και μη ήδη εγκαθιδρυμένο περιεχόμενο από την πρώτη δεκαετία της χιλιετίας και εξής. Οι ελάχιστες χιλιάδες αποδεδειγμένοι φιλότεχνοι, και οι λίγες εκατοντάδες μικρότεροι ή μεγαλύτεροι, πλην όμως σοβαροί συλλέκτες, δεν επαρκούν για να συντηρήσουν, πόρρω δε μάλλον, για να αναπτύξουν την εγχώρια αγορά. Αυτό που προβάλλεται ως εκλεκτικισμός από πολλούς, είναι πρόφαση εν αμαρτίαις και όχι επιλογή: η κεντρική σκηνή της Τέχνης στην Ελλάδα δεν έχει ισχυρό έρεισμα σε "λίγους και καλούς", αλλά  μικρή αποδοχή από όλους. Ελθούσης της κρίσης η αγορά δεν στέναξε, διότι δεν πρόλαβε ούτε στεναγμό να βγάλει! Άλλωστε, ήταν ήδη ημιθανής χτυπημένη από την διεθνοποίηση των αγορών, την αυξημένη προσβασιμότητα όσων πραγματικά αναζητούν και συλλέγουν τέχνη σε πηγές στο εξωτερικό, και βρίσκουν πληροφορίες στο διαδίκτυο. Εδώ και 5-7 χρόνια είναι πανεύκολο να εντοπίσεις εκλεκτή τέχνη στο Facebook, στην πλατφόρμα Saatchi, στο Behance Network ή/και αλλού, να μάθεις και να κανονίσεις την επίσκεψη σου στις μεγαλύτερες Art Fairs του  κόσμου, να αποκτήσεις τέχνη είτε για ευχαρίστηση, είτε ως επενδυτικό αγαθό, ορθολογικά τεκμηριωμένη και επαρκώς πιστοποιημένη.

Διαβάστε την συνέχεια ΕΔΩ.