Tuesday, 17 January 2012

Samuel Beckett, η Τέχνη λατρεύει τα άλματα [έντυπη έκδοση]



Είκοσι δύο χρόνια από τον θάνατό του (1989), σαράντα δύο χρόνια από τη βράβευσή του με Νόμπελ Λογοτεχνίας (1969), εξήντα χρόνια και βάλε από τη δημοσίευση των δύο κειμένων «Ο κόσμος και το παντελόνι» (1945-46) και «Ζωγράφοι του εμποδίου» (1948), η ανάγνωσή τους στο κομψό τομίδιο των εκδόσεων ύψιλον/βιβλία, μας θυμίζει ότι ο Μπέκετ φαντάζει άφθαρτος, καίριος, ανοξείδωτος.

του Γιώργου - Ίκαρου Μπαμπασάκη*

Η αγάπη του Μπέκετ για τη ζωγραφική και τους διακόνους της τον οδήγησε σε εκτεταμένες περιοδείες, σε εξαντλητικές επισκέψεις σε μουσεία όπου κρατούσε λεπτομερείς σημειώσεις, πολλές από τις οποίες όδευσαν προς τα πεζογραφήματα και τα θεατρικά του, δείχνοντας πόσο σημαντικές είναι οι αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στις τέχνες, ιδίως μετά την έκρηξη των ιστορικών πρωτοποριών (φουτουρισμός, Dada, υπερρεαλισμός).

Ο Μπέκετ, με τη γνωστή γενναιοδωρία του, εκφράζει τον θαυμασμό του για το έργο δύο Ολλανδών ζωγράφων που ήσαν σχεδόν άγνωστοι τότε, υπερασπίζεται τις επιλογές τους, συνθέτει ένα είδος ποιητικού μανιφέστου για το πώς μπορούμε να δεξιωνόμαστε το έργο τέχνης. Οξυδερκέστατα και διορατικά, τα δύο κείμενα ανοίγουν έναν διάλογο για το νόημα της Τέχνης, για το πώς η μοντέρνα Τέχνη μπορεί να εκφράσει τα προσωπικά, υπαρξιακά, κοινωνικά αδιέξοδα, να διατηρήσει την αυτονομία της, να κατορθώσει να προκαλέσει ρήξεις και ανατροπές που θα ανανεώσουν τόσο τις μορφές όσο και τη συνείδησή μας για το τι μπορεί να είναι, η Τέχνη σε έναν κόσμο ιλιγγιωδών ρυθμών και αλλαγών.

Δίχως να θυμίζουν συνήθη κριτικά πονήματα, τα κείμενα αυτά διαρθρώνονται με φράσεις υψηλής θερμοκρασίας, φιλοσοφικές θέσεις για τη σημασία της Τέχνης και τη νοηματοδότηση της ζωής, αιφνιδιαστικές εξάρσεις ξέφρενου, καίτοι πικρού, χιούμορ, ποιητικές εκλάμψεις, ωσάν ο Μπέκετ να χρησιμοποιεί τη σελίδα σαν καμβά και την πένα σαν πινέλο, για να μας μεταφέρει με ισχυρό τρόπο την ιδιάζουσα ατμόσφαιρα, την τεχνοτροπία των Μπραμ και Γκερ βαν Βέλντε. Συλλαμβάνει το έργο τους ως μεγαλειώδη προσπάθεια να καταπιαστούν με την ανθρώπινη μοίρα, να μιλήσουν με τον χρωστήρα για τη διάρκεια και τη διαδοχή. Αντιλαμβάνεται τη ζωγραφική του Μπραμ βαν Βέλντε ως «μια ζωγραφική του πράγματος εν αιωρήσει, θα έλεγα ευχαρίστως του νεκρού πράγματος, αν αυτός ο όρος δεν συνεπαγόταν τόσο ενοχλητικούς συνειρμούς». Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπέκετ στο συγγραφικό του έργο απασχολήθηκε πολύ με τις δυνατότητες και τη χρήση της σιωπής, ενώ πλέον ο Μπραμ βαν Βέλντε θεωρείται «ο σιωπηλός ζωγράφος» και είναι γνωστή η ρήση του «η ζωγραφική είναι η σιωπή».

«Άγνοια, σιωπή, και το ακίνητο γαλάζιο», γράφει ο Μπέκετ, «ιδού η λύση του αινίγματος, η έσχατη λύση. Για μερικούς. Τι επεδίωκαν ανέκαθεν μετά μανίας οι εικαστικές τέχνες; Να σταματήσουν τον χρόνο αναπαριστώντας τον». Η ζωγραφική των Βαν Βέλντε είναι ζωγραφική κριτικής και άρνησης, ανήκει στο ρεύμα των πρωτοποριών μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τις ολέθριες συνέπειές του, που ώθησαν τον φιλόσοφο Τέοντορ Αντόρνο να αποφανθεί ότι δεν μπορεί να υπάρχει Τέχνη μετά το Άουσβιτς. Ας σημειωθεί ότι μία από τις προεξάρχουσες φυσιογνωμίες εκείνων των πρωτοποριών, ο Δανός ζωγράφος και στοχαστής Άσγκερ Γιορν (Asger Jorn), συνιδρυτής των κινημάτων Cobra και Internationale Situationniste, συνδέθηκε φιλικά με τους Βαν Βέλντε και συνέβαλε στη διεθνή αναγνώρισή τους.

Ο Μπέκετ διαπιστώνει, στα 1948, ότι απομένουν τρεις οδοί που μπορεί να ακολουθήσει η τέχνη: η επιστροφή στην παλιά απλοϊκότητα, η προσπάθεια να ζήσεις και να δημιουργήσεις σαν να βρίσκεσαι σε μια κατακτημένη χώρα και η γενναία αδιαφορία απέναντι σε συμβάσεις, ιερατισμούς και επιτηδεύσεις, μια ζωγραφική «που διακρίνει στην απουσία σχέσης και στην απουσία αντικειμένου τη νέα σχέση και το νέο αντικείμενο». Θεωρεί ότι οι αδελφοί Βαν Βέλντε αυτόν σπαρακτικά ενδιαφέροντα δρόμο ακολουθούν.

«Η Τέχνη λατρεύει τα άλματα», αποφαίνεται ο Μπέκετ, θυμίζοντας τον Βάλτερ Μπένγιαμιν. Και ακριβώς με άλματα, με εναλλαγές στον ρυθμό, με ξαφνικές παύσεις, με σπασμωδικούς αφορισμούς και επιστροφές σε μια ομαλή ροή του λόγου, αναπλάθει με τις λέξεις τα όσα επιχειρούν να εκφράσουν οι Βαν Βέλντε με τα χρώματα. «Εδώ όλα κινούνται», γράφει, «κολυμπούν, φεύγουν, επιστρέφουν, ξεγίνονται, ξαναγίνονται. Όλα σταματούν, ασταμάτητα. Θα έλεγε κανείς, η εξέγερση των μορίων, το εσωτερικό μιας πέτρας ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου πριν αποσυντεθεί».

Έξοχη αφορμή αυτά τα κείμενα, θαυμάσια μεταφρασμένα από τη Μαρία Παπαδήμα, για να γνωρίσουμε το έργο δύο σημαντικών ζωγράφων και να απολαύσουμε τον λόγο ενός σπουδαίου συγγραφέα που είναι ντετέκτιβ του οντολογικού προβλήματος, κοσμοναύτης του εσωτερικού διαστήματος, επίμονος και μανιώδης στενογράφος του αδιανόητου.


*Εγκαινιάζουμε τη συνεργασία μας με τον συγγραφέα Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη. Ανάμεσα στις πολλές δραστηριότητές του, και η ενασχόλησή του με την εικαστική δημιουργία. Διδάσκει άλλωστε στο Μεταπτυχιακό της ΑΣΚΤ, και συνεργάζεται με το δυναμικό ηλεκτρονικό περιοδικό kaput, ενώ, με έργα του, έχει λάβει μέρος σε δύο ομαδικές εκθέσεις. Ιδρυτής, μαζί με την Ελεάννα Μαρτίνου, του Δημιουργικού Εργαστηρίου fixatif works. Διατηρεί την εκπομπή Bookspotting / Η Απόλυτη Εκπομπή για το Βιβλίο στο www.beton7artradio.gr. Στο Arts & Antiques θα παρουσιάζει βιβλία περί τα εικαστικά, αρχίζοντας από αυτό για τον νομπελίστα δημιουργό Samuel Beckett.

EDITO Οκτωβρίου 2016 | Το Αύριο και το Σήμερα της Τέχνης στην Ελλάδα

Γιώργος Καραφωτιάς, Άτιτλος πίνακας, Λάδι σε καμβά.
H Ελλάδα παρουσιάζει πλέον σημαντικό καλλιτεχνικό δυναμικό στις εικαστικές τέχνες, το οποίο δυστυχώς παραμένει υποπροβεβλημένο, σε σύγκριση με άλλα είδη καλλιτεχνικής παραγωγής. Συν τω χρόνω οι νέοι Έλληνες καλλιτέχνες διαμορφώνουν αυτό που ονομάζουμε νέα Ελληνική εικαστική ταυτότητα. Το ζήτημα τώρα είναι η επαρκής υποστήριξη της. Μέσα σε μια εξαιρετικά μικρή και καθόλου αναπτυγμένη αγορά, οι νέοι έλληνες εικαστικοί  καλλιτέχνες συχνά ασφυκτιούν.

- "Κρίση",  θα πείτε και θα γυρίσετε στο άλλο πλευρό. Εδώ όμως θα έχετε κάνει μεγάλο λάθος, και ο ύπνος σας δεν πρέπει να είναι καθόλου γαλήνιος, διότι σύντομα θα αντικρύσετε μία στείρα έρημο, και, το χειρότερο είναι, πως δεν θα πρόκειται για έναν εφιάλτη, αλλά για μια πραγματικότητα χωρίς προηγούμενο. Μάλιστα, αυτό το ενδεχόμενο καθίσταται πιο τραγικό, αν αναλογιστείτε  την ποιοτική αναβάθμιση των νεότερων Ελλήνων καλλιτεχνών. Σε αυτή έχουν συμβάλει τόσο οι Σχολές Καλών Τεχνών της χώρας, και νεότεροι σε ηλικία καθηγητές που είναι μέλη ΔΕΠ και διαδάσκοντες, όσο και ιδιωτικά ιδρύματα με σημαντική δράση με υποτροφίες και προγράμματα, που βελτίωσαν θεαματικά τις "παραστάσεις", το γνωσιακό και το εμπειρικό επίπεδο των νέων Ελλήνων καλλιτεχνών.

Μόλις όμως οι σπουδές ολοκληρωθούν, ο νέος Έλληνας εικαστικός καλλιτέχνης έχει να αντιμετωπίσει μία ζοφερή πραγματικότητα. Ο χώρος της τέχνης στην Ελλάδα δεν έχει τους μηχανισμούς να προβάλλει νέο και μη ήδη εγκαθιδρυμένο περιεχόμενο από την πρώτη δεκαετία της χιλιετίας και εξής. Οι ελάχιστες χιλιάδες αποδεδειγμένοι φιλότεχνοι, και οι λίγες εκατοντάδες μικρότεροι ή μεγαλύτεροι, πλην όμως σοβαροί συλλέκτες, δεν επαρκούν για να συντηρήσουν, πόρρω δε μάλλον, για να αναπτύξουν την εγχώρια αγορά. Αυτό που προβάλλεται ως εκλεκτικισμός από πολλούς, είναι πρόφαση εν αμαρτίαις και όχι επιλογή: η κεντρική σκηνή της Τέχνης στην Ελλάδα δεν έχει ισχυρό έρεισμα σε "λίγους και καλούς", αλλά  μικρή αποδοχή από όλους. Ελθούσης της κρίσης η αγορά δεν στέναξε, διότι δεν πρόλαβε ούτε στεναγμό να βγάλει! Άλλωστε, ήταν ήδη ημιθανής χτυπημένη από την διεθνοποίηση των αγορών, την αυξημένη προσβασιμότητα όσων πραγματικά αναζητούν και συλλέγουν τέχνη σε πηγές στο εξωτερικό, και βρίσκουν πληροφορίες στο διαδίκτυο. Εδώ και 5-7 χρόνια είναι πανεύκολο να εντοπίσεις εκλεκτή τέχνη στο Facebook, στην πλατφόρμα Saatchi, στο Behance Network ή/και αλλού, να μάθεις και να κανονίσεις την επίσκεψη σου στις μεγαλύτερες Art Fairs του  κόσμου, να αποκτήσεις τέχνη είτε για ευχαρίστηση, είτε ως επενδυτικό αγαθό, ορθολογικά τεκμηριωμένη και επαρκώς πιστοποιημένη.

Διαβάστε την συνέχεια ΕΔΩ.