Thursday, 19 January 2012

"Είμαι Louis Philippe και όχι ...Biedermeier!"

Θύματα αλλεπάλληλων παρεξηγήσεων ...φήμης και τα δύο στυλ στην Ελλάδα πάσχουν κυριολεκτικά όχι από έλλειψη αναγνώρισης αλλά από κρίση ταυτότητας, καθώς αμφότερα ταυτοποιούνται λάθος επί γενεές ολόκληρες, και συχνά, μπλέκονται επί σκοπώ μεταξύ τους.


Ας μιλήσουμε αρχικά για τα δύο στυλ. Louis Philippe ονομάστηκε ένα στυλ επίπλωσης που αναπτύχθηκε επί της Βασιλείας του ομώνυμου βασιλιά της Γαλλίας, και καλύπτει την περίοδο 1830–’48, χρόνια τα οποία διήρκησε η βασιλεία του. Στη πραγματικότητα -ιδίως στα έπιπλα που στη προκειμένη περίπτωση θα μας απασχολήσουν- το στυλ δεν ήταν καινόφανες, αλλά μια μίξη προηγούμενων στυλ, όπως Γοτθικού, Restoration -από το οποίο διατήρησε τις στρογγυλεμένες γραμμές αλλά με λιγότερα ποικιλμένο τρόπο και στολίσματα, και στυλ Louis XIII  και Louis XIV. Το νέο στυλ υπάκουσε στα προστάγματα της νέας ζωής της ανερχόμενης αστικής τάξης ως προς τη λειτουργικότητα και, περεταίρω, στις νέες διαδικασίες παραγωγής των επίπλων, τα οποία εκείνη τη περίοδο ξεκίνησαν να “βιομηχανοποιούνται”. Τα έπιπλα αυτά άρχισαν να σχεδιάζονται σε σύνολα ή λαμβάνοντας υπόψιν ότι πρόκειται να χρησιμεύσουν σε σύνολα για κρεβατοκάμαρες, τραπεζαρίες και καθιστικά / σαλόνια. Το υλικό που κατά κύριο λόγο δουλεύτηκε σε αυτό το στυλ ήταν μαόνι και ξύλο καρυδιάς, παράγοντας σκουρόχρωμα έπιπλα, ενώ τόσο τα τραπέζια όσο και τα κομοδίνα είχαν μαρμάρινη επιφάνεια.

Αντίθετα, τα Biedermeier έπιπλα, αλλά και το στυλ με αυτό το όνομα γενικότερα αποτελεί “παιδί” της εποχής του, εκφράζοντας τα συναισθήματα του πληθυσμού της Ευρώπης μιαν ολόκληρη εποχή. Η εποχή των  Biedermeier αντικειμένων, επίπλων και ρούχων διαμορφώνεται στην Αυστρουγγαρία το 1815, αμέσως μετά την ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλώ.  Οσο ο Ναπολέων ήταν στις δόξες του, τόσο η αρχιτεκτονική όσο και ο σχεδιασμός των επίπλων ακολούθησε ένα πληθωρικότερο στυλ γνωστό ως Empire, το οποιο έμελλε να γνωρίσει πολλές ανανεώσεις και να επηρεάσει καίρια ανα περιόδους την “μόδα” στα έπιπλα και στις δύο όχθες του ωκεανού. Ωστόσο το πληθωρικό αυτό στυλ δεν θα μπορούσε να εξυπηρετήσει την ανερχόμενη μεσαία τάξη στα ειρηνικά χρόνια που ακολουθησαν τη ταραγμένη περίοδο κατακτήσεων σε όλη την Ευρώπη του Γάλλου στρατηλάτη. Η τάξη αυτή, με μικρότερα και λιγότερο πομπώδη σπίτια στην αρχή, διαμόρφωσε κατά κάποιο τρόπο ένα δικό της στυλ, επιζητώντας να διατηρήσει μεμονωμένα στοιχεία του Empire στο οποίο βασίστηκε και να απαλλαγεί από ψευτοχρυσά πομπώδη επιθέματα και επίχρυσα στολίδια. Παρά ταύτα το  Biedermeier διατήρησε εκκεντρικά σχήματα και μεγαλειώδεις καμπύλες του Empire και στη πρώτη περίοδο ύπαρξης του απέδωσε μοναδικά κομμάτια. Βεβαίως το στυλ δεν ονομαζόταν έτσι στα χρόνια π-ου επικράτησε αλλά ονομάστηκε έτσι πολύ αργότερα, και, βεβαίως, όχι εξαιτίας ενός προσώπου όπως συχνά λαθεμένα αναφέρεται, αλλά, εξαιτίας της ταύτισης του με έναν σατυρικό χαρακτήρα! Συγκεκριμένα, ο ποιητής και ζωγράφος Josef Victor von Scheffel εξέδωσε το 1848 μια σειρά από σατυρυικά ποιήματα του. Σε αυτά εμφανιζόταν ένας σατυρικός τύπος μεσοαστού που έδινε φιέστες και έκανε συγκεντρώσεις σπίτι του με όνομα Biedermann και οι περιπέτειες αυτού και των καλεσμένων του, σε ένα σατυρικό φύλλο της εποχής στην Βιέννη, το περιοδικό Fliegende Blätter. Παίρνοντας την ιδέα από τον von Scheffel, ένας άλλος κωμικός συγγραφέας, ο Ludwig Eichrodt εμπνεύστηκε αργότερα έναν ακόμη μυθικό χαρακτήρα τον “Gottlieb Biedermaier”, στην διάρκεια των σχολικών του χρόνων, μαζί με τον συμμαθητή του Adolf Kussmaul. Μετά την ενηλικίωση του ο Eichrodt  εξέδωσε βιβλίο με σατυρικά ψευτο-ρομαντικά ποιήματα, με τίτλο “Biedermeier’s Liederlust”, οπότε και το όνομα του χαρακτήρα του καθιερώθηκε να γράφεται “Biedermeier”. Στην πραγματικότητα, Biedermeier κατάντησε να σημαίνει -κατά κάποιο τρόπο- τον βαρετό και κοινό τύπο ανθρώπου που κάνει τα πάντα για να ξεχωρίσει ακόμα κι αν κινδυνεύει να γελοιοποιηθεί. Στα γερμανικά, Bieder ήταν εκείνη την εποχή μία λέξη που εξέφραζε τον απόλυτα κοινότυπο, στο όριο του βαρετού, ενώ Μeier / Meyer (ισχύουν και οι δύο ορθογραφίες) ήταν επώνυμο, τόσο κοινό εκείνη την εποχή στην Αυστρία, όσο το ελληνικό “Παπαδόπουλος”. Η άποψη ότι τα έπιπλα αυτού του στυλ απευθύνονταν στην αστική τάξη είναι σχεδόν λανθασμένη, αλλά, φαίνεται ορισμένως ότι καλλιεργήθηκε για εμπορικούς λόγους κατά την διαμόρφωση και επικράτηση του σχετικού στυλ. Η αλήθεια είναι ότι εκείνη την εποχή στην Αυστρουγγαρία και λίγο αργότερα σε όλη την κεντρική Ευρώπη μπορούσε να βρει σε κάθε σπίτι κανείς έπιπλα  Biedermeier, από τα αριστοκρατικότερα μέγαρα μέχρι τα πιο ταπεινά σπίτια, καθώς το στυλ πέτυχε απόλυτα να καθιερωθεί. Κατά πάσα πιθανότητα το στυλ πήρα το σημερινό του όνομα από τον ομώνυμο σατυρικό της αστικής τάξης χαρακτήρα των κωμικών φυλλαδίων της εποχής που η μόδα του άρχισε να παρέρχεται, ως στυλ υποδηλωτικό της νεόπλουτης μεσαίας αστικής τάξης που προσπαθούσε να δείχνει περισσότερο μεγαλοαστική. Τα ξύλα από τα οποία φτιάχνονταν τα  Biedermeier ήταν ανοιχτόχρωμα κατά κανόνα, ενώ οι γραμμές του εξαιρετικά διαφορετικές από αυτές  των Louis Philippe! Πως όμως φτάσαμε να ταυτίζονται αυτά τα δύο  στυλ;

Η ελληνική παρεξήγηση
Οι παρεξηγήσεις  μεταξύ των Louis Philippe και  Biedermeier είναι μια μάλλον ελληνική και δη Θεσσαλονικιώτικη ιστορία. Ξεκίνησε το 1950 όταν πάμπολλοι απαίδευτοι αλλά ιδιαίτερα ικανοί παρόλα αυτά έλληνες τεχνήτες μιμήθηκαν τα “Louis” (Louis Kenz,  Louis Senz, και Louis Philippe), παράγοντας ωστόσο συχνά “ανοσιουργήματα”, έπιπλα χονδροειδή που ελάχιστη σχέση είχαν με τα στυλ που προσπαθούσαν να μιμηθούν, ή ακόμα και με πολλά αυστοσχεδιαστικά στοιχεία να περιλαμβάνονται στην φόρμα τους. Από αντίδραση λοιπόν, έλληνες αντικέρ σε ερχόμενες δεκαετίες (κυρίως από το ‘70 και μετά) να χαρακτηρίζουν συχνά χαρακτηριστικά Louis Philippe  κομμάτια ως Biedermeier, όπως και σχεδόν κάθε έπιπλο της περιόδου προ του 1850, για να αποφύγουν την δυσφημηστική πλέον σύνδεση με τα “Louis” όπως τα ήξερε ο πολύς κόσμος στην Ελλάδα εξαιτίας των φθηνών και μάλλον κακόγουστων απομιμήσεων τους. Το ακόμα πιο τραγικό είναι ότι έφταναν συχνά να κατονομάζουν ως  “Biedermeier” έπιπλα που φανερά είχαν φτιαχτεί  όχι μόνο σε άλλες εποχές αλλά και σε άλλες χώρες! Τελικά, ο αγοραστής αν δεν έχει επαρκή γνώση της περιόδου και του σχεδίου των δύο στυλ κινδύνευει να βρεθεί με κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που νομίζει ότι έχει στην κατοχή του.

Εν κατακλείδι, κρατήστε στο μυαλό σας ότι τα  εποχής Louis Philippe διακρίνονται για τα σκουρόχρωμα ξύλα τους, τις ίσιες γραμμές και τις καμπυλωτές τύπου “S” προμετωπίδες τους. Επίσης δεδομένου ότι το στυλ   Biedermeier έχει επανέλθει τρεις φορές μέχρι σήμερα στην μόδα, αν ενδιαφέρεστε για το συγκεκριμένο είδος, θα πρέπει να διευκρινίζετε πάντοτε αφενός αν είναι “epoque” ή “style”, και σε περίπτωση που το υποψήφιο προς αγορά κομμάτι είναι “style”, αν είναι πρώτο, δεύτερο, τρίτο κ.ο.κ., κοινώς, σε ποια εποχή ανήκει. Αλλιώς, όταν το έπιπλο έρθει να συγκατοικήσει μαζί σας, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να σας βάλει κάποια στιγμή τις φωνές: “Είμαι Louis Philippe και όχι Biedermeier!”

EDITO | Ο ρόλος και η επίδραση του Εικαστικού Επιμελητή

Ο γράφων, ως επιμελητής της έκθεσης
του ζωγράφου Μιχάλη Τσίνογλου
στην Myrό Gallery, τον Οκτώβριο του 2016,
στην διάρκεια του στησίματος,
φωτογραφημένος από τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
©Φωτογραφία: Μιχάλης Τσίνογλου,
All rights reserved, 2016.

Ο ρόλος του Επιμελητή και της εικαστικής επιμέλειας έχει παραμείνει σε ένα καθεστώς θολής αιώρησης στο κενό στην Ελλάδα σήμερα, με αποτέλεσμα πολλά να λέγονται, λίγα να γράφονται και σε πολλές ασυμφωνίες να οδηγούν. Συνεπώς σε αυτό το άρθρο θεωρώ άστοχο να ασχοληθώ με το τι είναι και τι δεν είναι Επιμέλεια -όπως άλλωστε θα ήταν εξίσου άστοχο να ασχοληθεί κάποιος με το τι είναι και τι δεν είναι Τέχνη. Θα ασχοληθώ με το τι μπορεί να κάνει ο Επιμελητής σήμερα και τι μπορεί να περιμένει καθένας από αυτόν στην Ελλάδα· διότι η αποτελεσματικότητα κάθε επαγγελματικής ενασχόλησης, δεν είναι διάφορη από τις δυνατότητες του ευρύτερου χώρου της  Τέχνης και την ωρίμανση του χρόνου που λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα.

Ορισμένως, ο ρόλος της Επιμέλειας είναι να φροντίζει για μια ορθή πρόσληψη του συνόλου του εννοιολογικού περιεχομένου μιας έκθεσης αδιαχώριστα μαζί με τις αισθητικές επιλογές και τα επιδραστικά στοιχεία που επιλέγει για τα έργα του ο καλλιτέχνης απευθυνόμενος στο κοινό του, ειδικό ή/και γενικό. Ο  ρόλος της Επιμέλειας μιας σειράς έργων περιλαμβάνει την Έκθεση και Τεκμηρίωση τους με στόχο την καλύτερη πρόσληψη τους από το γενικότερο, και όχι μόνο το στενοκέφαλα εννοούμενο σαν  “φιλότεχνο” κοινό. Σε αυτό το σημείο ο ρόλος του Επιμελητή είναι καίριος, καθώς ουσιαστικά χτίζει γέφυρες και εισάγει στην ουσία του έργου του καλλιτέχνη και των έργων που αποτελούν την Έκθεση τους θεατές του με το Επιμελητικό Κείμενο. Πέραν του Επιμελητικού Κειμένου,  σημαντική θεωρείται η Επιλογή Έργων που θα εκτεθούν και η Χωροθεσία των έργων Τέχνης στον δεδομένο χώρο της έκθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις το ύφος ή/και το περιεχόμενο έργων που έχουν παραχθεί την ίδια χρονική περίοδο δεν εντάσσονται αρμονικά σε μια σειρά έργων που δημιουργήθηκε την ίδια περίοδο, συνεπώς η έκθεση τους τείνει να αποπροσανατολίζει ή να αντιτίθεται στο “σώμα” της σειράς, οπότε η συνέκθεση με τα υπόλοιπα έργα κρίνεται από την Επιμελητή ότι θα συμβάλλει αρνητικά στην πρόσληψη των έργων του καλλιτέχνη· τότε τα συγκεκριμένα έργα αποβάλλονται από την ύλη της έκθεσης. Ακολουθεί η Χωροθεσία των έργων τέχνης. Στον αντίποδα, ο καλλιτέχνης βρίσκεται συχνά σε μειονεκτική θέση ως προς την χωροθέτηση της έκθεσης του για ψυχολογικούς λόγους που σχετίζονται με αυτό που ξέρει για τα έργα έναντι της πρόσληψης τους από έναν λιγότερο διαμεσολαβημένο θεατή. Επιπρόσθετα θεωρείται σημαντικό αφενός να περιοριστεί η “συνομιλία” των έργων με δομικά στοιχεία του χώρου, αφετέρου η παρουσίαση τους να είναι ισορροπημένη, και, συχνά, να εκφέρεται αρμονικά ως προς  την θέαση του.


Διαβάστε την συνέχεια ΕΔΩ