Tuesday, 31 January 2012

Λάζαρος Πάντος, ένας σύγχρονος κλασσικός



Ελλάδα, Αίγυπτος, Λονδίνο, Ιταλία, Ινδία... Η πορεία του Λάζαρου Πάντου μέσα από τη ζωγραφική, όπως και από ποικιλία άλλων δρόμων της τέχνης, είναι εξίσου εντυπωσιακή με τη ζωή του, και το αποτέλεσμα γνωστό εδώ και πολλά χρόνια που ο ζωγράφος έχει αναγνωριστεί ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους ζωγράφους της Β. Ελλάδας.

-Συνέντευξη στον Πάρη Καπράλο

O Λάζαρος Πάντος σπούδασε ζωγραφική στην Α.Σ.Κ.Τ. (1976 - 1979) και στην Royal Academy of Fine Arts (1979 - 1981) του Λονδίνου. Μαθήτευσε επίσης κοντά στον Γιάννη Τσαρούχη (1985 - 1986). Εργάζεται στον τομέα των διακοσμητικών και εφαρμοσμένων τεχνών.  Έχει αξιοποιήσει κατά καιρούς μολύβι, κάρβουνο, μικτές τεχνικές, τεχνητές παλαιώσεις σε χαρτί, εγκαυστική σε καμβά και ξύλο, και λάδι. Με εξαίρεση ένα σύντομο χρονικό διάστημα αμέσως μετά τις σπουδές του, που ασχολήθηκε με τον φωτογραφικό ρεαλισμό ασκεί μία ζωγραφική που αρχικά φέρει ευδιάκριτες τις επιρροές του Τσαρούχη, και στην συνέχεια αντλεί, υφολογικά και θεματικά, στοιχεία από συγκεκριμένες περιόδους της ιστορίας της τέχνης. Από την αρχή της πορείας του ο Λάζαρος Πάντος άντλησε πρότυπα από τις αρχαιοελληνικές αξίες. Το εντονο ενδιαφέρον του για την αρχαιολογία, την αρχαία  ελληνική φιλοσοφία και την Αισθητική ικανοποιήθηκε προσωρινά με την ενασχόληση με τη συντήρηση έργων τέχνης της ελληνορωμαϊκής κληρονομιάς, αλλά εστράφη εντονότερα προς τα Φαγιούμ μέσω σχετικής εργασίας του στο Μουσείο του Καΐρου, όπου συνέγραψε και διδακτορικό για την ιστορία τους. Ενδιαμέσως είχε την ευτυχία να συναντήσει τον μεγάλο Έλληνα ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη. Η περίοδος κοντά στον μεγάλο δάσκαλο  ήταν πρωτεύουσας σημασίας, όχι μόνο λόγω της επιρροής που άσκησε ο Τσαρούχης στον Λάζαρο Πάντο, αλλά κυρίως επειδή αποτέλεσε μια γόνιμη περίοδο αφομοίωσης, σύνδεσης και μετάπλασης του γνωστικού υπόβαθρου που είχε αποκτηθεί όσο και των ερεθισμάτων που είχαν μείνει αναξιοποίητα μέχρι τότε. Ο ίδιος ο Λάζαρος Πάντος αποδίδει τη στροφή του στο πορτραίτο, μία από τις βασικές μορφές που υπηρέτησε η τέχνη του στην συνέχεια, αυτή του πορτραίτου. Ακολουθεί μία περίοδος πειραματισμού και έντονης ενασχόλησης με πολλά διαφορετικά είδη εικαστικών εφαρμογών: φωτογραφία, σκηνογραφία, διακόσμηση, κυρίως στην Αθήνα επί 12 χρόνια. Το 1992 ο Λάζαρος Πάντος επανακάμπτει οριστικά στην γενέτειρα του. Έχει αποφασίσει ότι η ζωγραφική είναι ο δρόμος που τον εκφράζει. “Αφομοίωσα τα κοιτάγματα και τις σπανιότητες που βρήκα στα μουσεία του κόσμου, πέρασα μεγάλο μέρος της ζωής μου ως παρατηρητής και μαθήτευσα στις κλασσικές ιδέες. Και είναι αυτές οι κλασσικές ιδέες και τα διδάγματα που άντλησα από τους μεγάλους δασκάλους της Τέχνης, από τις διαδρομές μου στα μουσεία του κόσμου, επιτρέποντας μια βαθιά πνευματική διείσδυση και την δοκιμασία των παλιών τρόπων πάνω σε νέα θέματα, προσεγγίσεων που καθόρισαν την τέχνη μου”, μας επισήμανε ο ίδιος.

Άλλος σημαντικός σταθμός στην πορεία του Λάζαρου Πάντου η επίσκεψη του στην Ινδία. “Μέσω της φίλης & προξένου της Ινδίας στην Ελλάδα Υβόννης Αλεξανδρίδου και ενός προγράμματος αδελφοποίησης της Θεσσαλονίκης με την Καλκούτα στο πλαίσιο σχετικής δράσης του Υπουργείου Πολιτισμού της Ινδίας, συμφωνήθηκε μία πολιτιστική ανταλλαγή: η Θεσσαλονίκη θα φιλοξενούσε τον σημαντικότερο σύγχρονο Ινδό ζωγράφο Jatin Das με τον οποίο είχα την τιμή να συνεκθέσω στο Γενί Τζαμί, και στην συνέχεια θα ακολουθούσε δεύτερη κοινή έκθεση μας στην Ινδία”, αποκάλυψε ο κ. Πάντος απαντώντας σε ερώτηση μας. H έκθεση στην Θεσσαλονίκη κινήθηκε κατά τα αναμενόμενα, αλλά, τίποτε δεν ήταν ικανό να προετοιμάσει τον Λάζαρο Πάντο για την υποδοχή του στην Ινδία. Ο Έλληνας ζωγράφος έγινε δεκτός ως τιμώμενο πρόσωπο από την οικογένεια Μαχαραγιάδων του Mewar (στο βασίλειο του Udaipur, μία από τις παλιότερες και σημαντικότερες μοναρχικές δυναστείες της Ινδίας), την έκθεση του άνοιξε ο υπουργός Εξωτερικών της Ινδίας, ενώ έργα του έχουν κρατηθεί στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Ινδίας και στο παλάτι της οικογένειας (ένα έργο με θέμα τον Μ. Αλέξανδρο). Ο ίδιος θεωρεί ότι το ταξίδι στην Ινδία ήταν ένας από τα σημαντικότερους σταθμούς στην καριέρα του.

O ζωγράφος αντιμετωπίζει το έργο του ως ανθρωποκεντρικό. Μέσα από τους δικούς του πειραματισμούς, οδηγήθηκε στην αναζήτηση των δύο βασικών παραμέτρων της ζωγραφικής, της φόρμας δηλαδή, και του χρώματος, στρεφόμενος τελικά στην προσωπογραφία. Τα ακαδημαϊκά διδάγματα που αφομοιώθηκαν μαζί με τιςς νεότερες εμπειρίες του ανέδειξαν μία ανθρωποκεντρική τέχνη. Ο ίδιος -στη διάρκεια της συζήτησης μας κατέληξε σε μια αποστροφή: “Δεν έχω ξεφύγει από το ακαδημαϊκό, που θεωρώ ένα σημαντικό στοιχείο. Υπηρετώ όμως πάνω απ’ όλα την ανθρωποκεντρική τέχνη, από μία καθαρώς ακαδημαϊκή οπτική”.

Τι φέρνει όμως το μέλλον και μάλιστα σε δύσκολους καιρούς; Ο ζωγράφος μας εμπιστεύτηκε ότι σύντομα σκέπτεται να ανοίξει τα φτερά του και πάλι για προορισμούς εκτός των συνόρων, αλλά πάντα με βάση την Ελλάδα. Ιταλία, Ρωσία -όπου υπάρχει μεγάλο εκπεφρασμένο ενδιαφέρον για το έργο του- αλλά και μια ακόμα έκθεση στο Ρατζαστάν στην Ινδία, περιλαμβάνονται στα μελλοντικά σχέδια του.

EDITO | Ο ρόλος και η επίδραση του Εικαστικού Επιμελητή

Ο γράφων, ως επιμελητής της έκθεσης
του ζωγράφου Μιχάλη Τσίνογλου
στην Myrό Gallery, τον Οκτώβριο του 2016,
στην διάρκεια του στησίματος,
φωτογραφημένος από τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
©Φωτογραφία: Μιχάλης Τσίνογλου,
All rights reserved, 2016.

Ο ρόλος του Επιμελητή και της εικαστικής επιμέλειας έχει παραμείνει σε ένα καθεστώς θολής αιώρησης στο κενό στην Ελλάδα σήμερα, με αποτέλεσμα πολλά να λέγονται, λίγα να γράφονται και σε πολλές ασυμφωνίες να οδηγούν. Συνεπώς σε αυτό το άρθρο θεωρώ άστοχο να ασχοληθώ με το τι είναι και τι δεν είναι Επιμέλεια -όπως άλλωστε θα ήταν εξίσου άστοχο να ασχοληθεί κάποιος με το τι είναι και τι δεν είναι Τέχνη. Θα ασχοληθώ με το τι μπορεί να κάνει ο Επιμελητής σήμερα και τι μπορεί να περιμένει καθένας από αυτόν στην Ελλάδα· διότι η αποτελεσματικότητα κάθε επαγγελματικής ενασχόλησης, δεν είναι διάφορη από τις δυνατότητες του ευρύτερου χώρου της  Τέχνης και την ωρίμανση του χρόνου που λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα.

Ορισμένως, ο ρόλος της Επιμέλειας είναι να φροντίζει για μια ορθή πρόσληψη του συνόλου του εννοιολογικού περιεχομένου μιας έκθεσης αδιαχώριστα μαζί με τις αισθητικές επιλογές και τα επιδραστικά στοιχεία που επιλέγει για τα έργα του ο καλλιτέχνης απευθυνόμενος στο κοινό του, ειδικό ή/και γενικό. Ο  ρόλος της Επιμέλειας μιας σειράς έργων περιλαμβάνει την Έκθεση και Τεκμηρίωση τους με στόχο την καλύτερη πρόσληψη τους από το γενικότερο, και όχι μόνο το στενοκέφαλα εννοούμενο σαν  “φιλότεχνο” κοινό. Σε αυτό το σημείο ο ρόλος του Επιμελητή είναι καίριος, καθώς ουσιαστικά χτίζει γέφυρες και εισάγει στην ουσία του έργου του καλλιτέχνη και των έργων που αποτελούν την Έκθεση τους θεατές του με το Επιμελητικό Κείμενο. Πέραν του Επιμελητικού Κειμένου,  σημαντική θεωρείται η Επιλογή Έργων που θα εκτεθούν και η Χωροθεσία των έργων Τέχνης στον δεδομένο χώρο της έκθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις το ύφος ή/και το περιεχόμενο έργων που έχουν παραχθεί την ίδια χρονική περίοδο δεν εντάσσονται αρμονικά σε μια σειρά έργων που δημιουργήθηκε την ίδια περίοδο, συνεπώς η έκθεση τους τείνει να αποπροσανατολίζει ή να αντιτίθεται στο “σώμα” της σειράς, οπότε η συνέκθεση με τα υπόλοιπα έργα κρίνεται από την Επιμελητή ότι θα συμβάλλει αρνητικά στην πρόσληψη των έργων του καλλιτέχνη· τότε τα συγκεκριμένα έργα αποβάλλονται από την ύλη της έκθεσης. Ακολουθεί η Χωροθεσία των έργων τέχνης. Στον αντίποδα, ο καλλιτέχνης βρίσκεται συχνά σε μειονεκτική θέση ως προς την χωροθέτηση της έκθεσης του για ψυχολογικούς λόγους που σχετίζονται με αυτό που ξέρει για τα έργα έναντι της πρόσληψης τους από έναν λιγότερο διαμεσολαβημένο θεατή. Επιπρόσθετα θεωρείται σημαντικό αφενός να περιοριστεί η “συνομιλία” των έργων με δομικά στοιχεία του χώρου, αφετέρου η παρουσίαση τους να είναι ισορροπημένη, και, συχνά, να εκφέρεται αρμονικά ως προς  την θέαση του.


Διαβάστε την συνέχεια ΕΔΩ