Thursday, 1 December 2011

Έκθεση "Περιβάλλον - εικόνα - μορφή" στη γκαλερί Myrό [έντυπη έκδοση]



Η γκαλερί Myrό φιλοξενεί από τις 15 Νοεμβρίου μέχρι και τις 10 Δεκεμβρίου έκθεση με τίτλο “Περιβάλλον - Εικόνα – Μορφή”, που συμπεριλαμβάνει έργα νέων και καταξιωμένων καλλιτεχνών , με στόχο τη διερεύνηση των διαφοροποιήσεων ύφους, μορφής και προσανατολισμού της νεότερης γενιάς δημιουργών από την αμέσως προηγούμενη, η οποία -κατά κάποιο τρόπο- αποτέλεσε πρότυπο. Το θεωρητικό κείμενο που ακολουθεί συνέταξε ο επιμελητης της έκθεσης Δρ. Παναγιώτης Μπερεδήμας*.

Υπάρχουν δύο τρόποι καλλιτεχνικής αναπαράστασης, αυτός όπου ο δημιουργός αποτυπώνει αυτό που ήδη έχει συλλάβει διανοητικά και αυτός που προέρχεται από την υποκειμενική επεξεργασία των αισθητικών ερεθισμάτων μέχρι αυτά να εξελιχθούν σε δημιούργημα. Ο πρώτος τρόπος είναι και ο αρχαιότερος από τα χρόνια ακόμα των Αιγυπτιακών δυναστειών ενώ ο δεύτερος εμφανίζεται πάλι γύρω από την Μεσόγειο αργότερα, στους ελληνιστικούς χρόνους. Στην Νεότερη Ελληνική Τέχνη η δημιουργία που βασίζεται στην προσωπική επεξεργασία αισθητηριακών δεδομένων εμφανίζεται μέσα από το έργο της γενιάς του 20, μετά από μια εξαιρετικά μακρά περίοδο κυριαρχίας της διανοητικής κατασκευής που ουσιαστικά και συνιστά την παραδοσιακή άποψη, σαν την επικρατέστερη μορφή καλλιτεχνικής δημιουργίας μέχρι τότε. Η έννοια του όρου «εκ του φυσικού» αποκτά νόημα ουσιαστικό και ταυτόχρονα Μοντερνιστική υπόσταση με την συγκρότηση της «Ομάδας Τέχνη» και την υποστήριξη των «Φιλελευθέρων» του Βενιζέλου κάπου στην αρχή του Μεσοπόλεμου. 


Σχεδόν τον ίδιο καιρό επανα-ανακαλύπτεται η Βυζαντινή Τέχνη, όπως και η Λαϊκή Τέχνη με τον Θεόφιλο Χη Μιχαήλ. Ο όρος «Ελληνικότητα» γίνεται σχεδόν συνώνυμο του «Παράδοση» με την καλλιτεχνική γενιά του 30. Χαρακτηρίζουμε εδώ σαν «γενιά» τους ομήλικους καλλιτέχνες που είχαν σπουδές μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα. Δεν είναι νομίζω τυχαία γεγονότα η δημιουργία και η κρατική στήριξη της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, οι «προοδευτικές» δηλώσεις «περί ελευθερίας της Τέχνης» από τον  δικτάτορα Ι.Μεταξά όσο και η διατήρηση των προοδευτικών διανοούμενων Ι.Γρυπάρη και Π.Πρεβελάκη σε νευραλγικά πόστα δίπλα του. Τον ίδιο καιρό δημιουργείται η κρατική ραδιοφωνία αλλά και καθιερώνεται το «Δωρεάν» μοναδικό σχολικό βιβλίο μέσω του ΟΕΣΒ εικονογραφημένο συνήθως από σημαντικούς αριστερούς καλλιτέχνες μαθητές του Κοσμο-Πολίτη Γ. Κεφαληνού.  Είναι φανερό πως η δύναμη της «Μαζικής Κουλτούρας» έχει όχι μόνο ανακαλυφθεί αλλά και χρησιμοποιείται κατά κόρον από τους χειραγωγούς του λαϊκού αισθητηρίου. 

Τον ίδιο καιρό όμως ξεφυτρώνει το Ρεμπέτικο στα στέκια των περιθωριακών «Χασικλήδων», ενώ μετα από λίγο, στο τέλος του Β΄Π.Π, η Θεσσαλονίκη χάνει την Αστική της τάξη, που έχει δημιουργήσει από τα χρόνια του Μαλέα (1914-17) μια μικρή αγορά έργων Τέχνης, φυτώριο και βιότοπο καλλιτεχνών. Ο αφανισμός των Εβραίων της Θεσσαλονίκης υπήρξε πραγματικό, κατά τον Η.Πετρόπουλο, πλήγμα για την πνευματική ζωή της πόλης. Η λεγόμενη και «εξομολογητική» «Σχολή της Θεσσαλονίκης» δεν θα καταφέρει να διαβεί το σύνορο της λογοτεχνικής παραγωγής. Στο δίπολο «Μοντερνισμός και Παράδοση» η νεότερη ελληνική τέχνη ταλαντώθηκε μέχρι την δεκαετία του 80. Οι καινούριοι δάσκαλοι της Σχολής Καλών Τεχνών μαζί με τις αποσκευές τους φέρνουν στην Αθήνα από το Παρίσι και την επιθετική μοντερνικότητα απέναντι σε οτιδήποτε βασιζότανε στην προγενέστερη γνώση και δημιουργία. Μαζί τους εμφανίζονται και οι νέοι θεσμοί των «Μπιενάλε Νέων», που για τους περισσότερους συμμετέχοντες είναι η πρώτη τους δημόσια παρουσία, όπως και ένας εκπληκτικά μεγάλος αριθμός Μουσείων, με πλήθος υπαλλήλων και σχεδόν απουσία άλλων εκθεμάτων έξω από προερχόμενα από δωρεές ή κατασχέσεις έργων Μοντέρνας Τέχνης, κυρίως. Ταυτόχρονα δημιουργείται στην Θεσσαλονίκη η Σχολή Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών χωρίς ωστόσο να λειτουργήσει σχεδόν ποτέ κάποιο εργαστήριο Εφαρμοσμένου αντικειμένου, παρά τις αρχικές προθέσεις. 

Η απόσυρση των καλλιτεχνών του «Φαρμακείου Ζωγράφου», της «Διαγώνιου» του Χριστιανόπουλου και του «Κοχλία» του Κ.Λαχά, εκείνο το διάστημα μάλλον δεν είναι τυχαία. Αυτή ακριβώς την δεκαετία εμφανίζεται, ενδεχόμενα σαν αντίδραση, η Νεοπαραστατική τάση με επιστροφή στην ζωγραφική του τελάρου, την σκηνογραφία των συνθέσεων και την «…εκ του φυσικού» μελέτη του μοντέλου. Ειδολογικά γνωρίσματα της τάσης αυτής δεν είναι μόνο η προσήλωση στην αναγνωσιμότητα των θεμάτων, που κάποιες φορές αγγίζει τα όρια της εικονογράφησης, αλλά και η εμμονή τόσο στην έρευνα της τεχνολογίας των προγενέστερα χρησιμοποιημένων υλικών όσο και στην αρτιότητα της τεχνικής. Η προβολή της δημιουργικής διαδικασίας στο αποτέλεσμα, η αμέριμνη λεηλασία του προσωπικού «φανταστικού μουσείου» και η επιλεκτική και ανεξίθρησκη λατρεία του «καθαρού βλέμματος» είναι κοινός τόπος των οπαδών της. 

Όλως παραδόξως, παρά το ότι σχεδόν κανένας από τους ζωγράφους αυτούς δεν είχε την τύχη να εκλεγεί σε διδασκαλική έδρα, αυτοί διαμόρφωσαν, μια τάση αρκετά ισχυρή ανάμεσα στους σπουδαστές των σχολών καλών τεχνών, στις δεκαετίες του 90 και 2000 με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ο Γ.Τσαρούχης διαμόρφωσε περιφερειακά την αισθητική της γενιάς του 70.

Στην έκθεση αυτή παρουσιάζονται έργα των Παπανικολάου, Γ.Ρόρρη, Α.Ζογλοπίτου, Α.Γεώργου, Χ.Τσώτσου, Α.Κατσιλάκη,Φ.Χαμιδιελή, Π.Μπερεδήμα και των νεότερων σε ηλικία, μαθητών τους με κάποιο τρόπο, Α.Βλαχοπούλου, Ε.Αγρίου, Γκ.Μιχαηλίδη, Δ.Κηπουρού, Θ.Μακινατζή Σ.Κοζίδη κ.ά. Το κοινό σημείο αναφοράς των έργων τους είναι η απόδοση της φυσικής μορφής με άμεση παρατήρηση ή διαμεσολαβημένη μέσα από την σύγχρονη τεχνολογία. Άλλοτε η προσήλωση αυτή στην παρατήρηση εκφράζεται μέσα από την τεχνική αρτιότητα όπως στην περίπτωση Ρόρρη και άλλοτε πρώτιστα μέσα από την αφηγηματική διατύπωση όπως στην περίπτωση της Ζογλοπίτου. Η χαμηλόφωνη χρωματικότητα και η υπαινικτική πολλές φορές εικονικότητα χαρακτηρίζουν το έργο των Β.Παπανικολάου και Α.Γιώργου. Η ελεύθερη εξπρεσιονιστική γραφή που καταλήγει σε αρμονικές χρωματικά φυσικές εικόνες είναι κοινό χαρακτηριστικό των Φ.Χαμιδιελή και Ε.Αγρίου. Στα τοπία των Σ.Κοζίδη και Α.Βλαχοπούλου η συνθετική και παραστατική αρτιότητα φαίνεται ότι είναι βασικός στόχος. Αντίθετα ο Θ.Μακινατζής αντιμετωπίζει με τον ίδιο γενικό αφαιρετικό τρόπο το τελάρο όπως και οι γλύπτες της ομάδας Χ.Τσώτσος, Α. Κατσιλάκης και Γκ. Μιχαηλίδης τον τρισδιάστατο χώρο γύρω και μέσα από το μοντέλο. Τέλος η αναπαραστατική αναλογική ακρίβεια της μορφής και η απόδοση του φωτός μοιάζουν να είναι βασικό μέλημα για τους Δ.Κηπουρό και Π.Μπερεδήμα.
*Ο Δρ. Παναγιώτης Μπερεδήμας, 
είναι Διδάσκων στο εργαστήριο Εικονογράφησης Βιβλίου 
στο Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών  
του  Πανεπιστημίου Δυτ. Μακεδονίας

EDITO | Ο ρόλος και η επίδραση του Εικαστικού Επιμελητή

Ο γράφων, ως επιμελητής της έκθεσης
του ζωγράφου Μιχάλη Τσίνογλου
στην Myrό Gallery, τον Οκτώβριο του 2016,
στην διάρκεια του στησίματος,
φωτογραφημένος από τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
©Φωτογραφία: Μιχάλης Τσίνογλου,
All rights reserved, 2016.

Ο ρόλος του Επιμελητή και της εικαστικής επιμέλειας έχει παραμείνει σε ένα καθεστώς θολής αιώρησης στο κενό στην Ελλάδα σήμερα, με αποτέλεσμα πολλά να λέγονται, λίγα να γράφονται και σε πολλές ασυμφωνίες να οδηγούν. Συνεπώς σε αυτό το άρθρο θεωρώ άστοχο να ασχοληθώ με το τι είναι και τι δεν είναι Επιμέλεια -όπως άλλωστε θα ήταν εξίσου άστοχο να ασχοληθεί κάποιος με το τι είναι και τι δεν είναι Τέχνη. Θα ασχοληθώ με το τι μπορεί να κάνει ο Επιμελητής σήμερα και τι μπορεί να περιμένει καθένας από αυτόν στην Ελλάδα· διότι η αποτελεσματικότητα κάθε επαγγελματικής ενασχόλησης, δεν είναι διάφορη από τις δυνατότητες του ευρύτερου χώρου της  Τέχνης και την ωρίμανση του χρόνου που λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα.

Ορισμένως, ο ρόλος της Επιμέλειας είναι να φροντίζει για μια ορθή πρόσληψη του συνόλου του εννοιολογικού περιεχομένου μιας έκθεσης αδιαχώριστα μαζί με τις αισθητικές επιλογές και τα επιδραστικά στοιχεία που επιλέγει για τα έργα του ο καλλιτέχνης απευθυνόμενος στο κοινό του, ειδικό ή/και γενικό. Ο  ρόλος της Επιμέλειας μιας σειράς έργων περιλαμβάνει την Έκθεση και Τεκμηρίωση τους με στόχο την καλύτερη πρόσληψη τους από το γενικότερο, και όχι μόνο το στενοκέφαλα εννοούμενο σαν  “φιλότεχνο” κοινό. Σε αυτό το σημείο ο ρόλος του Επιμελητή είναι καίριος, καθώς ουσιαστικά χτίζει γέφυρες και εισάγει στην ουσία του έργου του καλλιτέχνη και των έργων που αποτελούν την Έκθεση τους θεατές του με το Επιμελητικό Κείμενο. Πέραν του Επιμελητικού Κειμένου,  σημαντική θεωρείται η Επιλογή Έργων που θα εκτεθούν και η Χωροθεσία των έργων Τέχνης στον δεδομένο χώρο της έκθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις το ύφος ή/και το περιεχόμενο έργων που έχουν παραχθεί την ίδια χρονική περίοδο δεν εντάσσονται αρμονικά σε μια σειρά έργων που δημιουργήθηκε την ίδια περίοδο, συνεπώς η έκθεση τους τείνει να αποπροσανατολίζει ή να αντιτίθεται στο “σώμα” της σειράς, οπότε η συνέκθεση με τα υπόλοιπα έργα κρίνεται από την Επιμελητή ότι θα συμβάλλει αρνητικά στην πρόσληψη των έργων του καλλιτέχνη· τότε τα συγκεκριμένα έργα αποβάλλονται από την ύλη της έκθεσης. Ακολουθεί η Χωροθεσία των έργων τέχνης. Στον αντίποδα, ο καλλιτέχνης βρίσκεται συχνά σε μειονεκτική θέση ως προς την χωροθέτηση της έκθεσης του για ψυχολογικούς λόγους που σχετίζονται με αυτό που ξέρει για τα έργα έναντι της πρόσληψης τους από έναν λιγότερο διαμεσολαβημένο θεατή. Επιπρόσθετα θεωρείται σημαντικό αφενός να περιοριστεί η “συνομιλία” των έργων με δομικά στοιχεία του χώρου, αφετέρου η παρουσίαση τους να είναι ισορροπημένη, και, συχνά, να εκφέρεται αρμονικά ως προς  την θέαση του.


Διαβάστε την συνέχεια ΕΔΩ