Monday, 4 March 2013

Το Art Deco και η εποχή του


ΤΟ Art Deco -αν αναφερόμαστε στο στυλ, ή “η” Art Deco, αν αναφερόμαστε στην εποχή είναι το τελευταίο αυτόνομο στυλ στο design, την αρχιτεκτονική και τη Τέχνη, που επηρέασε πραγματικά κάθε έκφανση της εποχής του. Με διάρκεια που ξεκινά από το 1920 στο Παρίσι και κλιμακώνεται μέχρι και τη δεκαετία του ‘50 σε πολλά διαφορετικά μέρη του κόσμου, το  Art Deco είναι ένα εκλεκτικίστικο στυλ που εντυπωσιάζει ακόμη και στη σημερινή εποχή με τις λιτές γραμμές του, και το ευδιάκριτο της μορφής του.


Στο ξημέρωμα του 20ου αιώνα, ο θάνατος της βασίλισσας Βικτώριας το 1901, σηματοδότησε το τέλος της βικτωριανής εποχής, η τεχνολογία επιτάχυνε τους ρυθμούς ζωής, ο Α΄  Παγκόσμιος Πόλεμος τελείωσε  το 1911 έφερε τα πάνω κάτω στις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες στην Ευρώπη, και η ελπίδα για παγκόσμια ειρήνη γέννησε ενθουσιασμό και αισιοδοξία στην διάρκεια του Μεσοπολέμου και τις δύο όχθες του Ατλαντικού ωκεανού, προκαλώντας τη γέννηση ενός λαμπερού, αν και πιστού στις γραμμές του, στυλ, που συγχώνευσε μεγάλη ποικιλία στοιχείων με ισορροπημένο τρόπο. Αν θα επιθυμούσαμε να χαρακτηρίσουμε με μια φράση το στυλ αυτό θα έπρεπε να πούμε “πολυτέλεια και λιτή γραμμή”. Και, αν, η γραμμή παρέμενε “λιτή” τα υλικά αναλάμβαναν να αναδείξουν, αν και χωρίς πομπώδεις εξάρσεις, όχι πάντα πολύτιμα, αλλά σε κάθε περίπτωση εξαιρετικής ποιότητας. Οι βασικές επιρροές του στυλ είναι αιγυπτιακές -επηρεασμένες έντονα από τις πρόσφατες εκείνη την εποχή αρχαιολογικές ανακαλύψεις- ελληνιστικές, και στοιχεία της Arts & Crafts και Art Nouveau, άλλης σημαντικής περιόδου. Ο όρος Art Deco υιοθετήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1960, όταν το στυλ γνώρισε την πρώτη του αναβίωση, και, έλκει τη καταγωγή από τη συντόμευση του τίτλου της έκθεσης του1925 ‘Exposition Internationale des Arts Decoratifs Industriels et Modernes’ στο Παρίσι, μια προσπάθεια της  Γαλλίας να αναδείξει την υπεροχή της.   Ενδιαφέρον παρουσιάζει η πορεία του  Art Deco στην Ελλάδα, μια περίπτωση με μεγάλες ιδιαιτερότητες στην ανάπτυξη του στυλ, και πολλά χαρακτηριστικά εντοπιότητας, στο όριο αλλοίωσης. Αν τα έπιπλα με μαύρη λάκα και ίσιες γραμμές της δεκαετίες του ‘80 θα έπρεπε να αναζητήσει κάπου την καταγωγή του είναι στο  Art Deco. Στην Ελλάδα συναντά κανείς μοναδικά κομμάτια σε γραμμή, αν και, όχι απαραίτητα σε ποιότητα.

Αντίθετα με την υπόλοιπη Ευρώπη και την Αμερική, στην Ελλάδα η περίοδος του πολέμου ήταν χρόνια πολέμων και φτώχειας. Ακόμα και η ξυλεία δεν ήταν κάτι που αφθονούσε, με αποτέλεσμα τα  Art Deco έπιπλα που καλούνταν Έλληνες -όχι και τόσο μορφωμένοι αλλά άριστοι τεχνίτες- να παράγουν, να κατασκευάζονται πάνω σε τελάρο με καπλαμά, με τη συχνή δικαιολογία ότι με αυτό τον τρόπο είναι πιο ελαφρύ το έπιπλο, και, άρα, ευκολότερο στη μεταφορά. Άλλη συνηθισμένη εκτροπή των Ελλήνων κατασκευαστών αφορούσε τις αναλογίες των επίπλων. Έχοντας στη διάθεση τους φωτογραφίες γαλλικών επίπλων αλλά όχι σχέδια ή ανάλογη τεχνογνωσία, συχνά παρήγαγαν κομμάτια με λάθος αναλογίες, ή ακόμα, και ποικιλία στυλ. Ο γράφων, προσωπικά, έχει  Art Deco καρέκλες μέχρι τη μέση με Queen Ann πόδια, ένα στυλ που οι Έλληνες επιπλοποιοί ονόμασαν “το πόδι της κατσίκας”.  

Αντίθετα με το έπιπλο, στα κτίρια υπάρχουν πολλά αρχιτεκτονήματα -κυρίως στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη- με πιστή τήρηση των γραμμών του  Art Deco. Στα χρόνια του Μεσοπολέμου, κυρίως μετά τη δεκαετία του 1930, το αρχιτεκτονικό ύφος της Αθήνας απομακρύνεται από τα καθιερωμένα πρότυπα του νεοκλασικισμού και στρέφεται, έστω και κάπως δειλά, σε νεωτεριστικές φόρμες, υιοθετώντας ευρωπαϊκές τάσεις της εποχής.  Οι αρχιτέκτονες του Μοντέρνου Κινήματος  εμπνέονται από εκφράσεις της Art Deco αισθητικής. Σε διεθνές επίπεδο, το αρχιτεκτονικό αριστούργημα του Χόφμαν είναι το Παλαί Στόκλετ (Palais Stoclet), κτισμένο στα 1905 – 1911 στις Βρυξέλλες, που απομακρύνεται από τη διακοσμητική έμφαση της Art Nouveau. Αξιόλογα δείγματα του ύφους  είναι οι ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης: το Μέγαρο Κράισλερ (Chrysler Building), που σχεδίασε στα 1927 – 1930 ο William van Alen, το Empire State Building (1931) σε σχέδια του Γκρέγκορι Τζόνσον, και το Ροκφέλερ Σέντερ (Rockefeller Center, 1932 – 1940) με αρχιτέκτονα τον Ρέιμοντ Χουντ (Raymond Hood, 1881 – 1934).Στα αντικείμενα  του στυλ κυριαρχούν οι γυμνές γυναίκες, αιλουροειδή -συνήθως προφίλ- ή συνδυασμός γυναίκας και αιλουροειδούς, κι αν κάποιος θα ήθελε να διακρίνει τα αντικείμενα που είναι Art Deco, ένα πράγμα που θα πρέπει  να θυμάστε ότι πάντα σε αυτά τα αντικείμενα κυριαρχεί η χλιδή στη κατασκευή μαζί με τη τήρηση λιτής γραμμής.

είναι ιδρυτής και ιδιοκτήτης του Οίκου Δημοπρασιών 
Antique’s House που βρίσκεται στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης

EDITO | Ο ρόλος και η επίδραση του Εικαστικού Επιμελητή

Ο γράφων, ως επιμελητής της έκθεσης
του ζωγράφου Μιχάλη Τσίνογλου
στην Myrό Gallery, τον Οκτώβριο του 2016,
στην διάρκεια του στησίματος,
φωτογραφημένος από τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
©Φωτογραφία: Μιχάλης Τσίνογλου,
All rights reserved, 2016.

Ο ρόλος του Επιμελητή και της εικαστικής επιμέλειας έχει παραμείνει σε ένα καθεστώς θολής αιώρησης στο κενό στην Ελλάδα σήμερα, με αποτέλεσμα πολλά να λέγονται, λίγα να γράφονται και σε πολλές ασυμφωνίες να οδηγούν. Συνεπώς σε αυτό το άρθρο θεωρώ άστοχο να ασχοληθώ με το τι είναι και τι δεν είναι Επιμέλεια -όπως άλλωστε θα ήταν εξίσου άστοχο να ασχοληθεί κάποιος με το τι είναι και τι δεν είναι Τέχνη. Θα ασχοληθώ με το τι μπορεί να κάνει ο Επιμελητής σήμερα και τι μπορεί να περιμένει καθένας από αυτόν στην Ελλάδα· διότι η αποτελεσματικότητα κάθε επαγγελματικής ενασχόλησης, δεν είναι διάφορη από τις δυνατότητες του ευρύτερου χώρου της  Τέχνης και την ωρίμανση του χρόνου που λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα.

Ορισμένως, ο ρόλος της Επιμέλειας είναι να φροντίζει για μια ορθή πρόσληψη του συνόλου του εννοιολογικού περιεχομένου μιας έκθεσης αδιαχώριστα μαζί με τις αισθητικές επιλογές και τα επιδραστικά στοιχεία που επιλέγει για τα έργα του ο καλλιτέχνης απευθυνόμενος στο κοινό του, ειδικό ή/και γενικό. Ο  ρόλος της Επιμέλειας μιας σειράς έργων περιλαμβάνει την Έκθεση και Τεκμηρίωση τους με στόχο την καλύτερη πρόσληψη τους από το γενικότερο, και όχι μόνο το στενοκέφαλα εννοούμενο σαν  “φιλότεχνο” κοινό. Σε αυτό το σημείο ο ρόλος του Επιμελητή είναι καίριος, καθώς ουσιαστικά χτίζει γέφυρες και εισάγει στην ουσία του έργου του καλλιτέχνη και των έργων που αποτελούν την Έκθεση τους θεατές του με το Επιμελητικό Κείμενο. Πέραν του Επιμελητικού Κειμένου,  σημαντική θεωρείται η Επιλογή Έργων που θα εκτεθούν και η Χωροθεσία των έργων Τέχνης στον δεδομένο χώρο της έκθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις το ύφος ή/και το περιεχόμενο έργων που έχουν παραχθεί την ίδια χρονική περίοδο δεν εντάσσονται αρμονικά σε μια σειρά έργων που δημιουργήθηκε την ίδια περίοδο, συνεπώς η έκθεση τους τείνει να αποπροσανατολίζει ή να αντιτίθεται στο “σώμα” της σειράς, οπότε η συνέκθεση με τα υπόλοιπα έργα κρίνεται από την Επιμελητή ότι θα συμβάλλει αρνητικά στην πρόσληψη των έργων του καλλιτέχνη· τότε τα συγκεκριμένα έργα αποβάλλονται από την ύλη της έκθεσης. Ακολουθεί η Χωροθεσία των έργων τέχνης. Στον αντίποδα, ο καλλιτέχνης βρίσκεται συχνά σε μειονεκτική θέση ως προς την χωροθέτηση της έκθεσης του για ψυχολογικούς λόγους που σχετίζονται με αυτό που ξέρει για τα έργα έναντι της πρόσληψης τους από έναν λιγότερο διαμεσολαβημένο θεατή. Επιπρόσθετα θεωρείται σημαντικό αφενός να περιοριστεί η “συνομιλία” των έργων με δομικά στοιχεία του χώρου, αφετέρου η παρουσίαση τους να είναι ισορροπημένη, και, συχνά, να εκφέρεται αρμονικά ως προς  την θέαση του.


Διαβάστε την συνέχεια ΕΔΩ