Wednesday, 13 February 2013

Η αντίκα ως δομικό στοιχείο της αστικής οικολογίας


ΕΝA σημαντικό χαρακτηριστικό του ανθρώπινου πολιτισμού του 21ου αιώνα είναι αυτό της καθολικής συνειδητοποίησης του πεπερασμένου του πλανήτη. Η απομείωση των κοιτασμάτων και η γενικευμένη πτώχευσή της από πρώτες ύλες απέδειξαν περίτρανα ότι η οικονομική προσέγγιση που απαιτεί το προσωρινό του συνόλου των αγαθών που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος, προκειμένου να εξυπηρετήσει τη διαρκή κατανάλωση, ώστε να διατηρήσει σε κίνηση τον μηχανισμό του καπιταλιστικού συστήματος, δεν αποτελεί μία μη διατηρήσιμη πρακτική, αφού προεξοφλεί την ύπαρξη άπειρων πηγών πρώτων υλών στον πλανήτη.

του Σταύρου Μυρωνίδη*

Η συνειδητοποίηση της αδήριτης ανάγκης για επανάχρηση οδηγεί σε νέες μορφές ανάπτυξης. Το καλύτερο παράδειγμα δεν βρίσκεται μακρύτερα από το σπίτι μας, δίπλα στα αντικείμενα που μεγαλώνουν τα παιδιά μας: είναι τα έπιπλα. Ο χώρος του επίπλου στις μέρες μας έχει πέσει θύμα της κοντόφθαλμης λογικής του καταναλωτικού αγαθού, κατά την συλλογιστική του ζητήματος που περιγράφεται παραπάνω. Η άστοχη αυτή προσέγγιση τείνει να αγνοεί συστηματικά την ουσιαστική αξία του επίπλου ως διαρκούς αγαθού, διαμέσω μιας παράδοσης αιώνων.

Τα έπιπλα για πολλούς αιώνες κατασκευάζονταν με υπερηφάνεια από τεχνίτες προικισμένους με ταλέντο, που είχαν στόχο οι δημιουργίες τους να αντέξουν για πάντα. Τα στιβαρά έπιπλα του παρελθόντος είναι οικολογικά, επαναχρησιμοποιήσιμα και –αντίθετα με τους ισχυρισμούς των επικριτών της άποψης του γράφοντος- όχι μόνο δεν χάνονται θέσεις εργασίας από την υιοθέτηση της αγοράς, συντήρησης και επανάχρησής τους, αλλά γύρω τους αναπτύσσεται ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον οικοσύστημα παραδοσιακά ελληνικών επαγγελμάτων που δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας. Περεταίρω, το έπιπλο – αντίκα αντιστέκεται στον χρόνο, είναι ιδανικό για επανάχρηση καθώς λόγω της στιβαρότητας κατασκευής του, παραμένει χρηστικό, ενώ επίσης είναι δυνατή η μεταποίηση, αποτελώντας σε κάθε περίπτωση εξαιρετική αγορά σε επίπεδο επένδυση, καθώς –αντίθετα με άλλα αντικείμενα της καθημερινότητας μας- όσο παλιώνει τόσο μεγαλώνει η αξία μεταπώλησης της, σε περίπτωση που ο ιδικτητης της αποφασίσει για οποιονδήποτε λόγο να την διαθέσει.

Επιπλέον, τα υλικά από τα οποία είναι κατασκευασμένα τα έπιπλα αντίκες είναι οικολογικά εν τω συνόλω, καθώς δεν επιβαρύνουν ούτε το περιβάλλον ούτε την υγεία των ανθρώπων και άλλων ζωντανών οργανισμών. Αντίθετα με σύγχρονες κατασκευές επίπλων, που είναι φτιαγμένα συχνά εν τω συνόλω ή κατά μέρος από συνθετικές ύλες και παράγωγα του πετρελαίου, τα φυσικά καλοδουλεμένα υλικά της αντίκας δεν μολύνουν το περιβάλλον με εισπνεύσιμα σωματίδια, και επιδέχονται οικολογικών μεθόδων συντήρησης με φυσικά υλικά (λάδι,κερί, κ.α.). Για παράδειγμα, σε έναν καλόγουστο γαλλικό καναπέ αντίκα θα μπει τζίβα (ένα ειδικό αποξηραμένο χόρτο) με τον παραδοσιακό τρόπο της πικούρα, και όχι αφρολέξ, όπως γίνεται σήμερα, το οποίο με τη χρήση θα κρυσταλοποιόταν εκπέμποντας εισπνεύσιμα σωματίδια μερικά χρόνια μετά.

Παράλληλα, η συντήρηση της αντίκας ενισχύει επαγγέλματα με εξαιρετικής ποιότητας γραμμή παράδοσης στην Ελλάδα, όπως αυτά του ξυλουργού, του ταπετσέρη, του λουστραδόρου, και πολλών άλλων. Εν κατακλείδι,η πρακτική που περιγράφεται δίνει υπεραξία στην επένδυση της αγοράς μιας αντίκας, καθώς το αντικείμενο μπορεί να μεταφέρει στο σήμερα τις περγαμηνές παραδοσιακών αξιών του παρελθόντος, ξαναγεννιέται όμως στο παρόν μέσα από διεργασίες, συνολικά ωφέλιμες για τη κοινωνία και την οικονομία του τόπου στον οποίο καταλήγει, συμβάλλοντας με μοναδικό τρόπο στην αισθητική του σήμερα με τα εφόδια του χθες.


είναι ιδρυτής και ιδιοκτήτης 
του Οίκου Δημοπρασιών Antique’s House 
που βρίσκεται στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης

EDITO | Ο ρόλος και η επίδραση του Εικαστικού Επιμελητή

Ο γράφων, ως επιμελητής της έκθεσης
του ζωγράφου Μιχάλη Τσίνογλου
στην Myrό Gallery, τον Οκτώβριο του 2016,
στην διάρκεια του στησίματος,
φωτογραφημένος από τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
©Φωτογραφία: Μιχάλης Τσίνογλου,
All rights reserved, 2016.

Ο ρόλος του Επιμελητή και της εικαστικής επιμέλειας έχει παραμείνει σε ένα καθεστώς θολής αιώρησης στο κενό στην Ελλάδα σήμερα, με αποτέλεσμα πολλά να λέγονται, λίγα να γράφονται και σε πολλές ασυμφωνίες να οδηγούν. Συνεπώς σε αυτό το άρθρο θεωρώ άστοχο να ασχοληθώ με το τι είναι και τι δεν είναι Επιμέλεια -όπως άλλωστε θα ήταν εξίσου άστοχο να ασχοληθεί κάποιος με το τι είναι και τι δεν είναι Τέχνη. Θα ασχοληθώ με το τι μπορεί να κάνει ο Επιμελητής σήμερα και τι μπορεί να περιμένει καθένας από αυτόν στην Ελλάδα· διότι η αποτελεσματικότητα κάθε επαγγελματικής ενασχόλησης, δεν είναι διάφορη από τις δυνατότητες του ευρύτερου χώρου της  Τέχνης και την ωρίμανση του χρόνου που λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα.

Ορισμένως, ο ρόλος της Επιμέλειας είναι να φροντίζει για μια ορθή πρόσληψη του συνόλου του εννοιολογικού περιεχομένου μιας έκθεσης αδιαχώριστα μαζί με τις αισθητικές επιλογές και τα επιδραστικά στοιχεία που επιλέγει για τα έργα του ο καλλιτέχνης απευθυνόμενος στο κοινό του, ειδικό ή/και γενικό. Ο  ρόλος της Επιμέλειας μιας σειράς έργων περιλαμβάνει την Έκθεση και Τεκμηρίωση τους με στόχο την καλύτερη πρόσληψη τους από το γενικότερο, και όχι μόνο το στενοκέφαλα εννοούμενο σαν  “φιλότεχνο” κοινό. Σε αυτό το σημείο ο ρόλος του Επιμελητή είναι καίριος, καθώς ουσιαστικά χτίζει γέφυρες και εισάγει στην ουσία του έργου του καλλιτέχνη και των έργων που αποτελούν την Έκθεση τους θεατές του με το Επιμελητικό Κείμενο. Πέραν του Επιμελητικού Κειμένου,  σημαντική θεωρείται η Επιλογή Έργων που θα εκτεθούν και η Χωροθεσία των έργων Τέχνης στον δεδομένο χώρο της έκθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις το ύφος ή/και το περιεχόμενο έργων που έχουν παραχθεί την ίδια χρονική περίοδο δεν εντάσσονται αρμονικά σε μια σειρά έργων που δημιουργήθηκε την ίδια περίοδο, συνεπώς η έκθεση τους τείνει να αποπροσανατολίζει ή να αντιτίθεται στο “σώμα” της σειράς, οπότε η συνέκθεση με τα υπόλοιπα έργα κρίνεται από την Επιμελητή ότι θα συμβάλλει αρνητικά στην πρόσληψη των έργων του καλλιτέχνη· τότε τα συγκεκριμένα έργα αποβάλλονται από την ύλη της έκθεσης. Ακολουθεί η Χωροθεσία των έργων τέχνης. Στον αντίποδα, ο καλλιτέχνης βρίσκεται συχνά σε μειονεκτική θέση ως προς την χωροθέτηση της έκθεσης του για ψυχολογικούς λόγους που σχετίζονται με αυτό που ξέρει για τα έργα έναντι της πρόσληψης τους από έναν λιγότερο διαμεσολαβημένο θεατή. Επιπρόσθετα θεωρείται σημαντικό αφενός να περιοριστεί η “συνομιλία” των έργων με δομικά στοιχεία του χώρου, αφετέρου η παρουσίαση τους να είναι ισορροπημένη, και, συχνά, να εκφέρεται αρμονικά ως προς  την θέαση του.


Διαβάστε την συνέχεια ΕΔΩ