Wednesday, 7 September 2011

Πόρπες, μια συλλογή ζωντανή σαν ιστορία

ΑΝ κάποιος σας έλεγε ότι όλη η ελληνική λαογραφία, από τα Βυζαντινά χρόνια και εξής, “χωράει” μέσα σε μία πόρπη, ίσως θα σας φαινόταν μία παράξενη ιδέα. Κι όμως, όσοι είναι φίλοι του αντικειμένου, ακόμα καλύτερα μάλιστα συλλέκτες θα σας διαβεβαιώσουν ότι οι πόρπες έχουν πολλά να πουν όχι μόνο για τους ιδιοκτήτες τους, αλλά και για τους τόπους, και για την ελληνική ιστορία καθαυτή. Πανάρχαια συνήθεια η κατασκευή της πόρπης, διανθίστηκε και εμπλουτίστηκε μέσα στους αιώνες που πέρασαν από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα, απάντησε σε ανάγκες φορητότητας και χρήσης έναντι χρήματος, εξυπηρέτησε ως στολίδι... Ξεναγοί μας στον χώρο της πόρπης είναι δύο από τις σημαντικότερες συλλέκτριες από την Θεσσαλονίκη, με συλλογή που μετρά πάνω από 500 πόρπες, η Νικολέττα και η Χρύσα Λαζαρίδου.





Οι αδελφές Λαζαρίδου κληρονόμησαν και εμπλούτισαν σημαντικά την οικογενειακή συλλογή. Θυμήθηκαν -στη διάρκεια της συζήτησης μας- την αγάπη που έτρεφε προς το εν λόγω συλλεκτικό αντικείμενο ο παππούς και η μητέρα τους, που ξεκίνησαν τη συλλογή. Μας είπαν ότι πέρα από την αξία και την εικαστικότητα της πόρπης ως αντικειμένου, αυτό έχει την ιδιαιτερότητα να “μιλάει στην καρδιά”, καθώς είναι “ζωντανά” κομμάτια της ελληνικής ιστορίας. 


Οι πόρπες είναι σαφώς αντικείμενα τέχνης, αλλά συνάμα υψηλής τεχνικής, απαιτούσαν ιδιαίτερη τεχνογνωσία. Κατασκευάζονταν από τεχνήτες, με γνωστότερους τους Γιαννιώτες αργυροχρυσοχόους και τους Καλαρύτες, οι οποίοι εκ παραλλήλου κατασκεύαζαν τα ένθετα στα όπλα και στα σπαθιά. Στα νεότερα χρόνια οι πόρπες εμπλουτίστηκαν με ξενόφερτα διακοσμητικά στοιχεία, χωρίς να αποστραφούν ποτέ εντελώς τα Βυζαντινά πρότυπα, καθώς και επαναλαμβανόμενα συνηθισμένα μοτίβα. Τα περισσότερα μοτίβα ήταν εμπνευσμένα από Βυζαντινά και αραβικά σύμβολα, αλλά και άλλα, αφρικάνικα μοτίβα.




Στην Ελλάδα η πόρπη αποτέλεσε για μακρά περίοδο σύμβολο κοινωνικής καταξίωσης, γι’ αυτό και σε πολλές περιοχές, ακόμα και σε περιόδους καταστροφών, πολέμων ή και παρατεταμένης φτωχιάς συναντάμε περίτεχνες πόρπες που έχουν κατασκευαστεί ακόμα και για νύφες προερχόμενες από κατώτερες κοινωνικές τάξεις. Τα περίτεχνα αυτά αντικείμενα -όπως και άλλα, αξίζει να θυμηθούμε μάλιστα τα διακοσμητικά φτιαγμένα από νομίσματα με τρύπα!- αποτέλεσαν ανταλλάξιμα ή μεταποιήσιμα αγαθά. Οταν η ανάγκη το επέβαλε, μία πόρπη μπορούσε να θυσιαστεί, να λιωθεί ώστε να αποσπαστεί από αυτή το ασήμι που περιείχε για να πληρωθεί ένα χρέος, κ.ο.κ.




Ξεναγώντας μας στη συλλογή τους οι αδελφές Λαζαρίδου μας μίλησαν για την ορολογία και τις ιδιαιτερότητες που περιβάλλουν τον κόσμο της πόρπης. Αν και μοιάζει απλό, η πόρπη είναι εκτός από ένα περίτεχνο, ένα πολύπλοκο αντικείμενο. Ο συλλέκτης μπορεί να “διαβάσει” από ημερομηνίες και υλικά, μέχρι προσωπικές ιστορίες που έχει καλύψει η σκόνη του χρόνου.



“Μαλαμοκαπνισμένες” (δηλαδή με επίχρισμα χρυσού), “φαρμακερές” (ασήμι με προσμίξεις χαλκού & αρσενικού) ή με “λάγαρο” ασήμι (δηλαδή με μεγάλη καθαρότητα) ήταν είδος πολύ προσωπικό, που γινόταν μια ή δυό φορές στη ζωή κάθε ανθρώπου. Ακόμα πιο “ιδιαίτερες” -λόγω εγκυμοσύνης- ητάν οι γυναικείες πόρπες. Ακόμα προσοχής αξίζουν οι φιλιγκράμ ή συρματερές πόρπες, όσες έχουν διακοσμητικά από “σπάγγο” ασημιού, καθώς και αυτές που έχουν διακοσμητικά από πέτρες (συνήθως όχι πολύτιμες, συχνά είναι από χρωματιστό γυαλί) ή “σιντέφι”, που λανθασμένα αναφέρεται καμιά φορά ως “φίλντισι”, ενώ στη πραγμματικότητα είναι το κοχύλι του μαργαριταριού. Ξεχωριστή κατηγορία πόρπης είναι οι ιερατικές, τις οποίες τα παλιά χρόνια παρήγγελναν οι ίδιοι οι ιερείς. Αυτές έχουν συχνά δικέφαλους ή μη αετούς, σκαλιστές εικόνες αγίων, κ.α. μοτιβα που τις καθιστούν ξεχωριστές.



Μια ενδιαφέρουσα επισήμανση που δε πρέπει να παραλείψουμε να κάνουμε είναι ότι στο εξωτερικό δεν υπάρχουν πολλοί συλλέκτες που συλλέγουν μόνο πόρπες. Αρκετοί συλλέκτες που εξειδικευονται στο χειροποιήτο κόσμημα έχουν πόρπες στις συλλογές τους, αλλά σπάνια τις ανντιμετωπίζουν ως διακριτό αντικείμενο. Από την άλλη μεριά υπάρχει μεγάλος αριθμός ελλήνων συλλεκτών. κατά μία έννοια,εξαιτίας της σύνδεσης των πορπών με την ελληνική παράδοση, θα μπορούσε κανεί νας πει, ότι πρόκειται για ένα καθαρά ελληνικό συλλεκτικό είδος. Σε ερώτηση μας σχετικά τα κριτήρια αξίας μιάς παλιάς πόρπης, οι αδελφές Λαζαρίδου μας απάντησαν ότι αυτά είναι έξι: Παλαιότητα, Σπανιότητα (θέματος, μεγέθους, κλπ), Κατάσταση (φθορές από τον χρόνο, πατίνα, κ.α.), Υλικό, Καλλιτεχνική Αξία, Σφραγίδα (με σπανιότερο είδος σφράγισης το βαθμό καθαρότητας του ασημιού). 

Το κάθετι που αγγίζει πολύ περισσότερο κατασκευάζει ανθρώπινο χέρι έχει μιά πνευματικότητα ξεχωριστή, που δεν μετράται απαραίτητα μονάχα ως χρηματική απολαβή”, παρατήρησαν σε κάποια στγμή του διαλόγου μας οι αδελφές Λαζαρίδου. Ποια είναι όμως η ταυτότητα του έλληνα συλλέκτη πόρπης; Εκτός από τους λάτρες του αντικειμένου που βρίσκουν ξεχωριστή ικανοποίηση να ξεκλειδώνουν τα καλά κρυμμένα μυστικά σε αυτές, εκτός από τα Μουσεία που διατηρούν και εμπλουτίζουν πλούσιες συλλογές -όπως το Μουσείο Μπενάκη, που διαθέτει μία από τις γνωστότερες- άνθρωποι που ασχολούνται με τους παραδοσιακούς χωρούς, ή που έχουν εντρυφήσει σε λαογραφικά θέματα συχνά επιδίδονται στη συλλογή πορπών. Μάλιστα, σύμφωνα με τις αδελφές Λαζαρίδου, οι γνώστες προτιμούν αυθεντικές παλιές πόρπες, ενώ, υπάρχουν και αυτοί που δανείζονται πόρπες από συλλέκτες και συλλογές, προκειμένου να π0αράγουν ακριβή αντίγραφα._

*Info
Οι κυρίες Νικολέττα &
Χρύσα Λαζαρίδου διατηρούν κατάστημα αντικών
με εξειδίκευση στο αντικείμενο, διακοσμητικά, 
και βεβαίως με αυθεντικές πόρπες,
στο Κέντρο της Θεσσαλονίκης, 
προσφέροντας εκτίμηση, συμβουλές 
και ένα πλήρες δειγματολόγιο με πόρπες 
προς αγορά σε κάθε ενδιαφερόμενο.
Διεύθυνση: Αλεξάνδρου Σβώλου 44, τηλ. 2310-277388

EDITO | Ο ρόλος και η επίδραση του Εικαστικού Επιμελητή

Ο γράφων, ως επιμελητής της έκθεσης
του ζωγράφου Μιχάλη Τσίνογλου
στην Myrό Gallery, τον Οκτώβριο του 2016,
στην διάρκεια του στησίματος,
φωτογραφημένος από τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
©Φωτογραφία: Μιχάλης Τσίνογλου,
All rights reserved, 2016.

Ο ρόλος του Επιμελητή και της εικαστικής επιμέλειας έχει παραμείνει σε ένα καθεστώς θολής αιώρησης στο κενό στην Ελλάδα σήμερα, με αποτέλεσμα πολλά να λέγονται, λίγα να γράφονται και σε πολλές ασυμφωνίες να οδηγούν. Συνεπώς σε αυτό το άρθρο θεωρώ άστοχο να ασχοληθώ με το τι είναι και τι δεν είναι Επιμέλεια -όπως άλλωστε θα ήταν εξίσου άστοχο να ασχοληθεί κάποιος με το τι είναι και τι δεν είναι Τέχνη. Θα ασχοληθώ με το τι μπορεί να κάνει ο Επιμελητής σήμερα και τι μπορεί να περιμένει καθένας από αυτόν στην Ελλάδα· διότι η αποτελεσματικότητα κάθε επαγγελματικής ενασχόλησης, δεν είναι διάφορη από τις δυνατότητες του ευρύτερου χώρου της  Τέχνης και την ωρίμανση του χρόνου που λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα.

Ορισμένως, ο ρόλος της Επιμέλειας είναι να φροντίζει για μια ορθή πρόσληψη του συνόλου του εννοιολογικού περιεχομένου μιας έκθεσης αδιαχώριστα μαζί με τις αισθητικές επιλογές και τα επιδραστικά στοιχεία που επιλέγει για τα έργα του ο καλλιτέχνης απευθυνόμενος στο κοινό του, ειδικό ή/και γενικό. Ο  ρόλος της Επιμέλειας μιας σειράς έργων περιλαμβάνει την Έκθεση και Τεκμηρίωση τους με στόχο την καλύτερη πρόσληψη τους από το γενικότερο, και όχι μόνο το στενοκέφαλα εννοούμενο σαν  “φιλότεχνο” κοινό. Σε αυτό το σημείο ο ρόλος του Επιμελητή είναι καίριος, καθώς ουσιαστικά χτίζει γέφυρες και εισάγει στην ουσία του έργου του καλλιτέχνη και των έργων που αποτελούν την Έκθεση τους θεατές του με το Επιμελητικό Κείμενο. Πέραν του Επιμελητικού Κειμένου,  σημαντική θεωρείται η Επιλογή Έργων που θα εκτεθούν και η Χωροθεσία των έργων Τέχνης στον δεδομένο χώρο της έκθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις το ύφος ή/και το περιεχόμενο έργων που έχουν παραχθεί την ίδια χρονική περίοδο δεν εντάσσονται αρμονικά σε μια σειρά έργων που δημιουργήθηκε την ίδια περίοδο, συνεπώς η έκθεση τους τείνει να αποπροσανατολίζει ή να αντιτίθεται στο “σώμα” της σειράς, οπότε η συνέκθεση με τα υπόλοιπα έργα κρίνεται από την Επιμελητή ότι θα συμβάλλει αρνητικά στην πρόσληψη των έργων του καλλιτέχνη· τότε τα συγκεκριμένα έργα αποβάλλονται από την ύλη της έκθεσης. Ακολουθεί η Χωροθεσία των έργων τέχνης. Στον αντίποδα, ο καλλιτέχνης βρίσκεται συχνά σε μειονεκτική θέση ως προς την χωροθέτηση της έκθεσης του για ψυχολογικούς λόγους που σχετίζονται με αυτό που ξέρει για τα έργα έναντι της πρόσληψης τους από έναν λιγότερο διαμεσολαβημένο θεατή. Επιπρόσθετα θεωρείται σημαντικό αφενός να περιοριστεί η “συνομιλία” των έργων με δομικά στοιχεία του χώρου, αφετέρου η παρουσίαση τους να είναι ισορροπημένη, και, συχνά, να εκφέρεται αρμονικά ως προς  την θέαση του.


Διαβάστε την συνέχεια ΕΔΩ