Tuesday, 6 September 2011

Αντίκα: Θησαυρός ή "άνθρακες"

Υπάρχει μία σύγχυση σχετικά με το τί είναι  Αντίκα, τι είναι απλά παλιό και τι αξία έχει -ή μπορεί να έχει - μία αντίκα.  “Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός”, κατά τη γνωστή παροιμία, ωστόσο συχνά ισχύει και το αντίστροφο, στον χώρο της αντίκας: ανάμεσα σε αντικείμενα που δεν διακρίνονται για τη λάμψη τους, κρύβονται συχνά θησαυροί.

Τι είναι λοιπόν αντίκα; Κατά τον τυπικό ορισμό αντίκα μπορεί να είναι κάθε αντικείμενο ηλικίας άνω των 100 ετών. Εντούτοις ο ορισμός αυτός δεν είναι απόλυτος. Έτσι, στις αντικερί θα  συναντήσετε συχνά έπιπλα της δεκαετίας του 1930, art deco, με το αιτιολογικό ότι η συγκεκριμένη περίοδος είναι  η τελευταία μεγάλη και διακεκριμένη εποχή της διακόσμησης.
 
Μία άλλη συχνή ερώτηση των κατόχων αντικών  είναι “τι πρέπει να κάνω με τις αντίκες μου;” Η αλήθεια είναι ότι κανείς  δεν σας υποχρεώνει  να κάνετε κάτι με αυτές. Μπορείτε να ζήσετε  ευτυχισμένοι μέσα στο περιβάλλον που περάσατε τα παιδικά σας  χρόνια, και συχνά, δεν υπάρχει κάτι πολυτιμότερο από αυτό.
 
Σε περίπτωση όμως που αποφασίσατε να γνωρίζετε τι έχετε στα χέρια σας, να ξεκινήσετε μια συλλογή  ή να συστηματοποιήσετε τα οικογενειακά σας κειμήλια σε μία συλλογή, ακόμα και να αλλάξετε διακόσμηση , διαθέτοντας προς πώληση κάποια από αυτά τα παλιά αντικείμενα που ανήκουν στην οικογένεια σας, καλό είναι να γνωρίζετε μερικά θέματα που σχετίζονται με την Αντίκα. Ας ξεκινήσουμε με ένα ζητημα νομιμότητας: Δικαιούστε να κατέχετε παλιά αντικείμενα και δεν έχετε υποχρέωση να τα καταγράψετε, εκτός αν έχουν θρησκευτικό ή λατρευτικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με τον ελληνικό νόμο θα πρέπει να απευθυνθείτε για καταγραφή των αντικειμένων που έχετε στη συλλογή σας και εμπίπτουν στη προαναφερθείσα κατηγορία στις “αρμόδιες αρχές”, εν προκειμένω στο Βυζαντινό μουσείο της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης για καταλογοποίηση.
 
Αν αποφασίσετε να διαθέσετε μέρος ή το όλον της συλλογής σας, θα βρεθείτε προ μια δύσκολης επιλογής. Θα πρέπει να αποφασίσετε πως, που και σε ποιά τιμή θα διαθέσετε τα αντικείμενα που συνιστούν αντίκες.  Καταρχήν είναι μύθος πως ό,τι είναι παλιό είναι αντίκα, ακόμη και αν έχει περάσει σε ηλικία τα 100 χρόνια.    “Αντίκα” δεν είναι ένα βιομηχανοποιημένο αντικείμενο, ή, τουλάχιστον δεν είναι ίσης αξίας με ένα μη βιομηχανοποιημένο αντικείμενο. Πολλά χρόνια πριν την ζητούμενη εκατοενταετηρίδα  έλαβε χώρα η βιομηχανική επανάσταση. Κατόπιν αυτής παρήχθησαν αντικείμενα σε μεγάλους αριθμούς, πράγμα που σημαίνει ότι αυτά τα αντικείμενα έχουν μικρότερη συλλεκτικότητα ακόμη και ως αντίκες, άρα χαμηλότερη αξία. Ποιοι παράγοντες όμως διαμορφώνουν την αξία της Αντίκας; Πρώτα απ’ όλα υπάρχει ο παράγοντας της χρηστικότητας. Αν το αντικείμενο παραμένει χρηστικό και δεν είναι απλά διακοσμητικό, αυτό το στοιχείο προσθέτει στην αξία του. Άλλος σημαντικός παράγοντας είναι αυτός της “συλλεκτικότητας”: αυτός καθορίζεται με βάση τη καθαρότητα της γραμμής της  εποχής στην οποία ανήκει η αντίκα.
 
Πως όμως θα βρείτε  την ακριβή αξία που έχει μία αντίκα σας η απλούστερη λύση είναι να καταφύγετε σε έναν οίκο δημοπρασιών, ο οποίος θα την εκτιμήσει  δωρεάν και θα σας ενημερώσει για τις τιμές στις οποίες έχει νόημα να τη διαθέσετε. Μπορείτε να μεταφέρετε το αντικείμενο στον  οίκο, ή να στείλετε μερικές φωτογραφίες, με τη προϋπόθεση ότι ο οίκος δημοπρασιών συνεργάζεται με κάποιον ειδικό  εξειδικευμένο στο είδος του αντικειμένου.  Σε διαφορετική περίπτωση ίσως ο οίκος είναι σε θέση να σας παραπέμψει σε ανεξάρτητο εκτιμητή. Γενικά θα πρέπει να ξέρετε ότι η τιμή συναρτάται από χωροχρονικές παραμέτρους, και ότι όλες οι αντίκες δεν έχουν την ίδια χρηματική αξία σε όλους τους τόπους και για όλες τις εποχές. Έτσι, ένας εκτιμητής θα σας δώσει μία εκτίμηση τιμής για μια συγκεκριμένη διάρκεια και σε ένα συγκεκριμένο τόπο, π.χ. Ελλάδα., Κεντρική Ευρώπη, κλπ.
 
Ο καλύτερος τρόπος να διαθέσετε μία αντίκα είναι μέσω ενός οίκου δημοπρασιών, γιατί τότε μόνον γίνεται η διάθεση του αντικειμένου σας σε συνεργασία με τον πωλητή / δημοπράτη, γίνεται διαφήμιση που δεν σας κοστίζει παραπάνω, ενώ θα είστε παρών στη διαδικασία πώλησης (δημοπρασία) και η όλη διαδικασία είναι απολύτως διαφανής._ 

EDITO | Ο ρόλος και η επίδραση του Εικαστικού Επιμελητή

Ο γράφων, ως επιμελητής της έκθεσης
του ζωγράφου Μιχάλη Τσίνογλου
στην Myrό Gallery, τον Οκτώβριο του 2016,
στην διάρκεια του στησίματος,
φωτογραφημένος από τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
©Φωτογραφία: Μιχάλης Τσίνογλου,
All rights reserved, 2016.

Ο ρόλος του Επιμελητή και της εικαστικής επιμέλειας έχει παραμείνει σε ένα καθεστώς θολής αιώρησης στο κενό στην Ελλάδα σήμερα, με αποτέλεσμα πολλά να λέγονται, λίγα να γράφονται και σε πολλές ασυμφωνίες να οδηγούν. Συνεπώς σε αυτό το άρθρο θεωρώ άστοχο να ασχοληθώ με το τι είναι και τι δεν είναι Επιμέλεια -όπως άλλωστε θα ήταν εξίσου άστοχο να ασχοληθεί κάποιος με το τι είναι και τι δεν είναι Τέχνη. Θα ασχοληθώ με το τι μπορεί να κάνει ο Επιμελητής σήμερα και τι μπορεί να περιμένει καθένας από αυτόν στην Ελλάδα· διότι η αποτελεσματικότητα κάθε επαγγελματικής ενασχόλησης, δεν είναι διάφορη από τις δυνατότητες του ευρύτερου χώρου της  Τέχνης και την ωρίμανση του χρόνου που λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα.

Ορισμένως, ο ρόλος της Επιμέλειας είναι να φροντίζει για μια ορθή πρόσληψη του συνόλου του εννοιολογικού περιεχομένου μιας έκθεσης αδιαχώριστα μαζί με τις αισθητικές επιλογές και τα επιδραστικά στοιχεία που επιλέγει για τα έργα του ο καλλιτέχνης απευθυνόμενος στο κοινό του, ειδικό ή/και γενικό. Ο  ρόλος της Επιμέλειας μιας σειράς έργων περιλαμβάνει την Έκθεση και Τεκμηρίωση τους με στόχο την καλύτερη πρόσληψη τους από το γενικότερο, και όχι μόνο το στενοκέφαλα εννοούμενο σαν  “φιλότεχνο” κοινό. Σε αυτό το σημείο ο ρόλος του Επιμελητή είναι καίριος, καθώς ουσιαστικά χτίζει γέφυρες και εισάγει στην ουσία του έργου του καλλιτέχνη και των έργων που αποτελούν την Έκθεση τους θεατές του με το Επιμελητικό Κείμενο. Πέραν του Επιμελητικού Κειμένου,  σημαντική θεωρείται η Επιλογή Έργων που θα εκτεθούν και η Χωροθεσία των έργων Τέχνης στον δεδομένο χώρο της έκθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις το ύφος ή/και το περιεχόμενο έργων που έχουν παραχθεί την ίδια χρονική περίοδο δεν εντάσσονται αρμονικά σε μια σειρά έργων που δημιουργήθηκε την ίδια περίοδο, συνεπώς η έκθεση τους τείνει να αποπροσανατολίζει ή να αντιτίθεται στο “σώμα” της σειράς, οπότε η συνέκθεση με τα υπόλοιπα έργα κρίνεται από την Επιμελητή ότι θα συμβάλλει αρνητικά στην πρόσληψη των έργων του καλλιτέχνη· τότε τα συγκεκριμένα έργα αποβάλλονται από την ύλη της έκθεσης. Ακολουθεί η Χωροθεσία των έργων τέχνης. Στον αντίποδα, ο καλλιτέχνης βρίσκεται συχνά σε μειονεκτική θέση ως προς την χωροθέτηση της έκθεσης του για ψυχολογικούς λόγους που σχετίζονται με αυτό που ξέρει για τα έργα έναντι της πρόσληψης τους από έναν λιγότερο διαμεσολαβημένο θεατή. Επιπρόσθετα θεωρείται σημαντικό αφενός να περιοριστεί η “συνομιλία” των έργων με δομικά στοιχεία του χώρου, αφετέρου η παρουσίαση τους να είναι ισορροπημένη, και, συχνά, να εκφέρεται αρμονικά ως προς  την θέαση του.


Διαβάστε την συνέχεια ΕΔΩ